Η φερόμενη φράση «θα με κρεμάσουν» φωτίζει τη σκοτεινή λογική ενός καθεστώτος που μπορεί να αντέχει τη βία, αλλά δεν αντέχει να παραδεχθεί την αποτυχία
Ο Βλαντίμιρ Πούτιν πέρασε σχεδόν ένα τέταρτο του αιώνα χτίζοντας την εικόνα του ανθρώπου που δεν φοβάται τίποτα. Ούτε τη Δύση, ούτε το ΝΑΤΟ, ούτε τις κυρώσεις, ούτε τις απώλειες, ούτε την Ιστορία.
Και τώρα, πίσω από τις παρελάσεις, τους πυραύλους και τις τηλεοπτικές διακηρύξεις ισχύος, προβάλλει ένα πολύ διαφορετικό ενδεχόμενο: ο ισχυρός άνδρας του Κρεμλίνου μπορεί να φοβάται περισσότερο την ειρήνη από τον πόλεμο.
Σύμφωνα με δημοσίευμα του Economist, ο Ρώσος πρόεδρος φέρεται να έχει πει σε στενούς συνεργάτες του τη φράση «θα με κρεμάσουν», αναφερόμενος στο ενδεχόμενο να τερματίσει τον πόλεμο χωρίς να έχει καταλάβει ολόκληρο το Ντονμπάς.
Η φράση δεν προέρχεται από δημόσια τοποθέτηση και δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ως αδιαμφισβήτητο ντοκουμέντο. Ακόμη και ως αποδιδόμενη πληροφορία, όμως, συμπυκνώνει κάτι βαθύτερο: όταν ένα αυταρχικό καθεστώς ταυτίζει την επιβίωση της χώρας με την επιβίωση του ηγέτη, κάθε υποχώρηση βαφτίζεται προδοσία και κάθε συμβιβασμός μοιάζει με προσωπική καταδίκη.
Ο πόλεμος που δεν επιτρέπεται να τελειώσει
Η εισβολή στην Ουκρανία παρουσιάστηκε στη ρωσική κοινωνία ως γρήγορη, αναγκαία και ιστορικά δικαιωμένη επιχείρηση. Σχεδόν πέντε χρόνια αργότερα, ο πόλεμος συνεχίζεται, οι απώλειες συσσωρεύονται, οι πόροι εξαντλούνται και η πολυδιαφημισμένη βεβαιότητα της νίκης μετατίθεται διαρκώς στο επόμενο μέτωπο, στην επόμενη επιστράτευση, στον επόμενο χειμώνα.
Αυτό δεν λέγεται στρατηγική επιτυχία. Λέγεται παράταση του λογαριασμού.
Το πρόβλημα για τον Πούτιν δεν είναι μόνο ότι η Ρωσία δεν έχει πετύχει όλους τους στόχους της. Είναι ότι ο ίδιος έχει καταστήσει αδύνατο να ορίσει ως επιτυχία οτιδήποτε λιγότερο από μια καθαρή νίκη. Έχει κλείσει όλες τις εξόδους, έχει γκρεμίσει όλες τις γέφυρες και τώρα παρουσιάζει το αδιέξοδο ως απόδειξη αποφασιστικότητας.
Εξαιρετικό τέχνασμα: όταν δεν μπορείς να κερδίσεις, απαγορεύεις τη συζήτηση για το τι σημαίνει ήττα.
Η κλιμάκωση ως ομολογία αδυναμίας
Το Κρεμλίνο προαναγγέλλει νέες μαζικές επιθέσεις κατά των ενεργειακών υποδομών της Ουκρανίας, ενώ πληροφορίες αποδίδουν στη ρωσική ηγεσία σχεδιασμό για εκατοντάδες χιλιάδες επιπλέον στρατιώτες. Παράλληλα, η Δύση ανησυχεί για εντονότερες επιχειρήσεις δολιοφθοράς, κυβερνοεπιθέσεις και πλήγματα στις γραμμές ανεφοδιασμού της Ουκρανίας.
Όλα αυτά πλασάρονται ως απόδειξη ισχύος.
Μόνο που η πραγματική ισχύς δεν χρειάζεται κάθε τρεις μήνες μια νέα κλιμάκωση για να αποδείξει ότι υπάρχει. Δεν ζητά συνεχώς περισσότερους στρατιώτες για να πετύχει τον στόχο που υποτίθεται ότι ήταν ήδη εφικτός. Δεν απειλεί να βυθίσει εκατομμύρια αμάχους στο σκοτάδι για να καλύψει την αδυναμία της να επιβάλει πολιτική λύση.
Η κλιμάκωση δεν είναι πάντοτε ένδειξη αυτοπεποίθησης. Μερικές φορές είναι ο θόρυβος που κάνει ένα σύστημα για να μην ακουστεί το ράγισμά του.
Ο λογαριασμός φτάνει πλέον και στη Ρωσία
Για χρόνια, η ρωσική εξουσία προσπαθούσε να κρατήσει τον πόλεμο μακριά από την καθημερινότητα του μέσου πολίτη. Η τηλεόραση θα πρόσφερε τη νίκη, οι περιφέρειες θα έδιναν τους στρατιώτες και η Μόσχα θα συνέχιζε να ζει μέσα στη σκηνοθετημένη κανονικότητα.
Αυτή η βολική κατασκευή αρχίζει να τρίζει.
Οι ουκρανικές επιθέσεις με drones πλήττουν εγκαταστάσεις βαθιά μέσα στη ρωσική επικράτεια, οι περιορισμοί στο διαδίκτυο γίνονται αισθητοί και η κοινωνική κόπωση δεν κρύβεται πλέον τόσο εύκολα. Σε πρόσφατη μέτρηση του ανεξάρτητου Κέντρου Λεβάδα, το 57% των ερωτηθέντων χαρακτήρισε την πολιτική κατάσταση στη χώρα «τεταμένη», ενώ ακόμη ένα 13% τη θεώρησε κρίσιμη ή εκρηκτική.
Δεν πρόκειται ακόμη για εξέγερση. Πρόκειται όμως για τη διάβρωση εκείνης της σιωπηρής συμφωνίας που κρατούσε όρθιο το σύστημα: εσείς δεν αμφισβητείτε την εξουσία και η εξουσία σάς προσφέρει σταθερότητα.
Τώρα η εξουσία ζητά σιωπή, θυσίες και υπομονή. Η σταθερότητα θα παραδοθεί προσεχώς, μαζί με την τελική νίκη.
Η πατρίδα ως προσωπική ασφάλεια του ηγέτη
Εδώ βρίσκεται ο πιο επικίνδυνος πυρήνας της υπόθεσης. Αν ο Πούτιν πιστεύει πράγματι ότι μια ανεπαρκής έκβαση του πολέμου απειλεί τη ζωή ή την εξουσία του, τότε οι αποφάσεις του δεν καθορίζονται μόνο από τα συμφέροντα της Ρωσίας. Καθορίζονται και από τον φόβο της προσωπικής του πτώσης.
Και ένας ηγέτης που θεωρεί την πολιτική του επιβίωση εθνικό συμφέρον είναι ικανός να παρουσιάσει κάθε νέο νεκρό ως αναγκαία θυσία και κάθε νέα καταστροφή ως πατριωτικό καθήκον.
Το καθεστώς έχει φροντίσει να εξαλείψει τους θεσμούς που θα μπορούσαν να διορθώσουν μια λανθασμένη πορεία. Δεν υπάρχει ουσιαστική αντιπολίτευση, ελεύθερος δημόσιος έλεγχος ή ασφαλής μηχανισμός διαδοχής. Όταν όλα εξαρτώνται από έναν άνθρωπο, ακόμη και η ειρήνη χρειάζεται την προσωπική του άδεια.
Αυτό είναι το μεγαλείο της αυταρχικής «σταθερότητας»: ολόκληρη η χώρα γίνεται όμηρος του φόβου εκείνου που υποτίθεται ότι την προστατεύει.
Και η Δύση δεν δικαιούται να κοιμάται όρθια
Η ανάγνωση αυτή δεν αθωώνει τις δυτικές κυβερνήσεις για τις καθυστερήσεις, τις αντιφάσεις και τις στρατηγικές τους αυταπάτες. Για χρόνια πίστευαν ότι μπορούν να αγοράζουν ρωσική ενέργεια, να καταγγέλλουν τον ρωσικό αναθεωρητισμό και ταυτόχρονα να αναβάλλουν τις δύσκολες αποφάσεις για την ευρωπαϊκή ασφάλεια.
Ούτε μπορούν σήμερα να αντιμετωπίζουν κάθε επαφή με το Κρεμλίνο σαν διπλωματικό κατόρθωμα. Αν η Μόσχα ερμηνεύει την αυτοσυγκράτηση ως φόβο και την προειδοποίηση ως αδυναμία, τότε η Ευρώπη οφείλει να διαθέτει όχι μόνο λόγια, αλλά αντοχή, αποτροπή και καθαρή στρατηγική.
Η απάντηση, βέβαια, δεν μπορεί να είναι ένας τυφλός ανταγωνισμός καταστροφής. Πρέπει να είναι η αφαίρεση του κινήτρου της κλιμάκωσης: σαφές κόστος για την επιθετικότητα, πραγματική στήριξη στην Ουκρανία και ταυτόχρονα ανοικτός δρόμος προς μια ειρήνη που δεν θα επιβραβεύει τον εισβολέα.
Ο φόβος πίσω από το άγαλμα
Ο Πούτιν έχτισε ένα καθεστώς που λατρεύει την εικόνα της δύναμης και περιφρονεί την παραδοχή του λάθους. Τώρα κινδυνεύει να γίνει αιχμάλωτος της ίδιας του της σκηνοθεσίας.
Δεν μπορεί να σταματήσει, επειδή το σταμάτημα θα μοιάζει με ήττα. Δεν μπορεί να συμβιβαστεί, επειδή ο συμβιβασμός θα τσαλακώσει τον μύθο. Δεν μπορεί να παραδεχθεί το κόστος, επειδή τότε θα πρέπει να εξηγήσει γιατί το επέβαλε.
Έτσι, η κλιμάκωση εμφανίζεται ως διέξοδος. Όχι για τη Ρωσία. Για τον ίδιο.
Και αυτό είναι το πιο επικίνδυνο σημείο ενός πολέμου που έχει ήδη καταπιεί αμέτρητες ζωές: όταν ο άνθρωπος που κρατά το τιμόνι αρχίζει να πιστεύει ότι η δική του σωτηρία περνά μέσα από τη συνέχιση της καταστροφής, ποιος ακριβώς έχει απομείνει να πατήσει το φρένο;

