Ταφές αποκαλύφθηκαν κατά την κατασκευή του εργοστασίου Τσιμέντων Χαλκίδας, δεκαετίες πριν από τα ΦΕΚ προστασίας – Οι αρχαιολογικές καταγραφές και τα αρχεία που πρέπει να ανοίξουν
Το μυκηναϊκό νεκροταφείο στο Μικρό Βαθύ δεν «ανακαλύφθηκε» το 1970, όταν δημοσιεύθηκε το ΦΕΚ που περιέγραψε επισήμως την αρχαιολογική σημασία της περιοχής.
Η ύπαρξή του ήταν γνωστή τουλάχιστον από το 1928, όταν μυκηναϊκοί τάφοι αποκαλύφθηκαν κατά τις εργασίες θεμελίωσης του εργοστασίου Τσιμέντων Χαλκίδας.
Το τεκμηριωμένο ιστορικό ανέδειξε με δημοσίευσή της η Kouzia Katsioula στην ομάδα «Αυλίδα – Ιστορία, Παράδοση & Πολιτισμός», συγκεντρώνοντας στοιχεία από αρχαιολογικές δημοσιεύσεις, παλαιότερη νομοθεσία, ΦΕΚ και πρακτικά του Κεντρικού Αρχαιολογικού Συμβουλίου.
Τα διαθέσιμα τεκμήρια συνθέτουν μια σαφή ιστορική ακολουθία: το ΦΕΚ του 1970 δεν αποτέλεσε την αφετηρία της αρχαιολογικής γνώσης. Αποτέλεσε τη διοικητική επισφράγιση μιας πραγματικότητας που ήταν ήδη γνωστή επί 42 χρόνια.
Οι πρώτοι τάφοι αποκαλύφθηκαν το 1928
Σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας, οι πρώτοι γνωστοί μυκηναϊκοί τάφοι στο Μικρό Βαθύ ήρθαν στο φως το 1928, μέσα στις εργασίες για την ανέγερση του εργοστασίου.
Η συγκεκριμένη χρονολογία αναφέρεται και στα πρακτικά της κοινής συνεδρίασης του Κεντρικού Αρχαιολογικού Συμβουλίου και του Κεντρικού Συμβουλίου Νεωτέρων Μνημείων, η οποία πραγματοποιήθηκε στις 23 Νοεμβρίου 2023.
Το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι οι αρχαιότητες δεν εντοπίστηκαν σε κάποιο απομακρυσμένο σημείο της Αυλίδας. Αποκαλύφθηκαν στον ίδιο χώρο όπου κατασκευάστηκε και στη συνέχεια επεκτάθηκε η βιομηχανική εγκατάσταση.
Το 1928 δεν υπήρχε ειδικό ΦΕΚ που να οριοθετεί την περιοχή ως αρχαιολογικό χώρο. Υπήρχε, όμως, ήδη νομοθετικό πλαίσιο προστασίας.
Ο αρχαιολογικός νόμος ΒΧΜΣΤ΄/1899 προέβλεπε την προστασία των αρχαιοτήτων από το κράτος, ακόμη και όταν αυτές βρίσκονταν σε ιδιωτική έκταση. Στην έννοια των αρχαίων περιλαμβάνονταν ταφικά μνημεία και κινητά ευρήματα, όπως αγγεία και όπλα.
Επομένως, η απουσία ειδικής κήρυξης της ευρύτερης περιοχής δεν σήμαινε ότι οι αποκαλυφθέντες τάφοι και τα κτερίσματά τους έμεναν χωρίς προστασία.
Άλλο είναι η προστασία των ίδιων των αρχαιοτήτων από τη στιγμή της εύρεσής τους και άλλο η μεταγενέστερη διοικητική πράξη με την οποία κηρύσσεται και οριοθετείται ένας ευρύτερος αρχαιολογικός χώρος.
Το 1941 ήρθαν στο φως νέα κατάλοιπα
Η αρχαιολογική σημασία της περιοχής επιβεβαιώθηκε ξανά το 1941.
Κατά τη διαπλάτυνση της οδού που συνέδεε το εργοστάσιο με το Βαθύ αποκαλύφθηκαν αρχαία οικοδομικά κατάλοιπα. Την περιοχή ερεύνησε ο Έφορος Αρχαιοτήτων Ιωάννης Θρεψιάδης, ενώ οι αρχαιολογικές εργασίες που ακολούθησαν οδήγησαν στην αποκάλυψη του Ιερού της Αυλιδείας Αρτέμιδος και άλλων σημαντικών ευρημάτων.
Η παρουσία αρχαιοτήτων στο Μικρό Βαθύ και στην ευρύτερη Αυλίδα δεν αποτελούσε πλέον μια αόριστη πληροφορία. Υπήρχαν συγκεκριμένες αποκαλύψεις και εμπλοκή της αρμόδιας Αρχαιολογικής Υπηρεσίας.
Δύο ακόμη μυκηναϊκοί τάφοι το 1954
Το 1954 εντοπίστηκαν κοντά στη βορειοανατολική προβλήτα του Μικρού Βαθέος δύο ακόμη μυκηναϊκοί τάφοι.
Ο ένας περιείχε πλούσια κτερίσματα, μεταξύ των οποίων χάλκινα μαχαίρια, ξίφος, αγγεία και άλλα αντικείμενα.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η αναφορά της σχετικής αρχαιολογικής δημοσίευσης ότι σχεδόν στο ίδιο σημείο είχαν βρεθεί και παλαιότεροι μυκηναϊκοί τάφοι, κατά την κατασκευή του εργοστασίου.
Δεν επρόκειτο, συνεπώς, για ένα τυχαίο ή μεμονωμένο εύρημα. Η συγκέντρωση ταφών και κτερισμάτων στην ίδια θέση τεκμηρίωνε την ύπαρξη μυκηναϊκού νεκροταφείου.
Η καταγραφή του Θρεψιάδη το 1960
Το ισχυρότερο ίσως τεκμήριο προέρχεται από τον ίδιο τον Ιωάννη Θρεψιάδη.
Στα Πρακτικά της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας του 1960 δημοσιεύθηκε φωτογραφία της ακτής του Μικρού Βαθέος. Η λεζάντα περιγράφει την απόκρημνη ακτή την οποία είχε «καταφάγει» το εργοστάσιο τσιμέντων, εξαφανίζοντας πλήρως το μυκηναϊκό νεκροταφείο που βρισκόταν επάνω της.
Δεν πρόκειται για σημερινή πολιτική καταγγελία ούτε για εκτίμηση που διατυπώθηκε εκ των υστέρων. Πρόκειται για αρχαιολογική καταγραφή του 1960, δημοσιευμένη από τον αρχαιολόγο που είχε ερευνήσει την περιοχή.
Το φωτογραφικό τεκμήριο βρίσκεται ψηφιοποιημένο στο αρχείο της Αρχαιολογικής Εταιρείας, με τη χαρακτηριστική αναφορά ότι το εργοστάσιο εξαφάνισε «τελείως» το μυκηναϊκό νεκροταφείο.
Στο ίδιο αρχείο υπάρχουν φωτογραφίες από ξίφη τα οποία περιγράφονται ως διασωθέντα κτερίσματα του νεκροταφείου.
Η λέξη «διασωθέντα» αποκτά ιδιαίτερο βάρος. Δείχνει ότι ορισμένα αντικείμενα περισυνελέγησαν και καταγράφηκαν. Δεν απαντά, όμως, στο ερώτημα πόσα ακόμη ευρήματα υπήρχαν, πόσα πρόλαβαν να εξεταστούν και τι απέγιναν όσα δεν διασώθηκαν.
Η επίσημη κήρυξη ήρθε το 1966
Το 1966 η αρχαιολογική σημασία της Αυλίδας αποτυπώθηκε πλέον και διοικητικά.
Με την υπουργική απόφαση 2258/4-2-1966, η οποία δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 175/Β/26-3-1966, κηρύχθηκε αρχαιολογικός χώρος που περιλάμβανε τον λιμένα της Αυλίδας και τους γύρω λόφους όπου διατηρούνταν αρχαία κατάλοιπα.
Η κήρυξη δεν δημιούργησε την αρχαιολογική αξία της περιοχής. Την αναγνώρισε επισήμως, έπειτα από δεκαετίες ευρημάτων και αρχαιολογικών ερευνών.
Το ΦΕΚ του 1970 τοποθέτησε νεκροταφείο και εργοστάσιο στον ίδιο χώρο
Τέσσερα χρόνια αργότερα, η υπουργική απόφαση 3114/1.8.1970, η οποία δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 562/Β/11.8.1970, έκανε την περιγραφή ακόμη σαφέστερη.
Για τη χερσόνησο ή τον βόρειο βραχίονα του λιμένα χρησιμοποίησε τη φράση:
«Όπου το μυκηναϊκό νεκροταφείο και νυν εργοστάσιο τσιμέντων».
Το ίδιο το κράτος κατέγραψε, δηλαδή, στην ίδια ακριβώς θέση το μυκηναϊκό νεκροταφείο και τη βιομηχανική εγκατάσταση.
Η διατύπωση του 1970 δεν αφήνει αμφιβολία για τη χωρική σύνδεση των δύο. Δεν σημαίνει, όμως, ότι τότε έγινε γνωστή για πρώτη φορά η ύπαρξη του νεκροταφείου.
Οι τάφοι του 1928, τα ευρήματα του 1941, οι δύο νέες ταφές του 1954 και η δημοσίευση του Θρεψιάδη το 1960 είχαν προηγηθεί.
Τα αρχεία πρέπει πλέον να δώσουν τις απαντήσεις
Τα στοιχεία που έχουν δημοσιοποιηθεί δεν δικαιολογούν ατεκμηρίωτες κατηγορίες για την τύχη συγκεκριμένων αντικειμένων. Δικαιολογούν, όμως, και επιβάλλουν πλήρη έρευνα των υπηρεσιακών αρχείων.
Τι ακριβώς καταγράφηκε όταν αποκαλύφθηκαν οι πρώτοι τάφοι το 1928;
Ποιες υπηρεσίες ενημερώθηκαν και ποια έγγραφα συντάχθηκαν;
Τι προέβλεπαν οι άδειες κατασκευής και οι εγκρίσεις των διαδοχικών επεκτάσεων του εργοστασίου;
Ποια αρχαιολογικά ευρήματα παραδόθηκαν επισήμως, πού φυλάσσονται σήμερα και με ποιους αριθμούς ευρετηρίου καταχωρίστηκαν;
Πόσο από το μυκηναϊκό νεκροταφείο πρόλαβε να ερευνηθεί πριν από την επέκταση των βιομηχανικών εγκαταστάσεων;
Και κυρίως: τι απέγιναν τα υπόλοιπα κτερίσματα ενός νεκροταφείου για το οποίο υπάρχει ήδη από το 1960 η αρχαιολογική καταγραφή ότι εξαφανίστηκε ολοκληρωτικά;
Σχεδόν έναν αιώνα μετά τις πρώτες αποκαλύψεις, η φράση «δεν γνωρίζαμε» δεν μπορεί να αποτελεί απάντηση.
Η τεκμηριωμένη ιστορία του μυκηναϊκού νεκροταφείου στο Μικρό Βαθύ δεν αρχίζει το 1970. Αρχίζει τουλάχιστον από το 1928.
Τις υπόλοιπες απαντήσεις δεν θα τις δώσουν οι εικασίες. Θα τις δώσουν οι άδειες, τα ανασκαφικά ημερολόγια, τα πρωτόκολλα παράδοσης, οι κατάλογοι των μουσείων και οι υπηρεσιακοί φάκελοι.
Η Αυλίδα δεν ζητά χάρη. Ζητά να ανοίξουν τα αρχεία και να αποδοθεί η ιστορική αλήθεια που της οφείλεται.

