Η επώνυμη καταγγελία για τις 50 υπογραφές του 2015 δεν απαντήθηκε επί της ουσίας, ενώ τα σενάρια αποπομπής της υπουργού Παιδείας διαψεύστηκαν στην πράξη από τον ίδιο τον πρωθυπουργό
Δύο διαφορετικές υποθέσεις, ένα κοινό πολιτικό πρόβλημα: όταν η κυβέρνηση πιέζεται, οι καθαρές απαντήσεις αντικαθίστανται από απαξιωτικούς χαρακτηρισμούς, διαρροές και επικοινωνιακές διορθώσεις.
Από τη μία πλευρά βρίσκεται ο Άδωνις Γεωργιάδης, αντιπρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας και υπουργός Υγείας, αντιμέτωπος με μια σοβαρή επώνυμη καταγγελία για τη διαδικασία με την οποία εγκρίθηκε η υποψηφιότητά του για την ηγεσία του κόμματος το 2015. Από την άλλη, η Σοφία Ζαχαράκη βρέθηκε στο στόχαστρο δημοσιευμάτων και κυβερνητικών διαρροών για τον χειρισμό της υπόθεσης των νέων σχολικών βιβλίων, πριν ο Κυριάκος Μητσοτάκης σπεύσει να την καλύψει δημοσίως.
Οι δύο ιστορίες δεν συνδέονται ως προς το αντικείμενό τους. Συνδέονται, όμως, στον τρόπο πολιτικής διαχείρισης: πρώτα προκαλείται θόρυβος, έπειτα επιστρατεύεται η απαξίωση και στο τέλος το Μαξίμου επιχειρεί να κλείσει το θέμα χωρίς να έχουν φωτιστεί όλα τα πραγματικά ερωτήματα.
Η καταγγελία Ταυρή δεν απαντιέται με μία λέξη
Ο Φίλιππος Ταυρής, πρώην μέλος της Κεντρικής Εφορευτικής Επιτροπής της Νέας Δημοκρατίας, επανέφερε δημόσια την υπόθεση των 50 υπογραφών που απαιτούνταν για να γίνει δεκτή η υποψηφιότητα του Άδωνι Γεωργιάδη στην εσωκομματική αναμέτρηση του 2015.
Ο Ταυρής δεν υπήρξε εξωτερικός σχολιαστής της διαδικασίας. Σύμφωνα με τα δημοσιευμένα στοιχεία, συμμετείχε στην ΚΕΦΕ και είχε άμεση γνώση της διαχείρισης των υποψηφιοτήτων. Υποστήριξε ότι ο Γεωργιάδης δεν δημοσιοποίησε τότε τη λίστα των υποστηρικτών του, σε αντίθεση με άλλους υποψηφίους. Διατύπωσε, όμως, και έναν πολύ βαρύτερο ισχυρισμό: ότι πρόσωπο το οποίο εμφανιζόταν να έχει υπογράψει υπέρ της υποψηφιότητας παρουσιάστηκε ενώπιόν του και δήλωσε ότι δεν είχε βάλει ποτέ την υπογραφή του.
Κατά τον ίδιο, το συγκεκριμένο πρόσωπο προσφέρθηκε να καταθέσει και υπεύθυνη δήλωση. Ο Ταυρής ανέφερε ακόμη ότι εκπρόσωποι άλλων υποψηφίων τού ζήτησαν να μην προχωρήσει το ζήτημα, χωρίς μέχρι σήμερα να έχει κατονομάσει ποιοι ήταν αυτοί.
Πρόκειται για καταγγελία, όχι για αποδεδειγμένο πόρισμα. Δεν έχει παρουσιαστεί δημοσίως η επίμαχη υπεύθυνη δήλωση, ούτε έχει δοθεί στη δημοσιότητα ο πλήρης φάκελος των πρωτότυπων υπογραφών ώστε να μπορεί να γίνει ανεξάρτητος έλεγχος της γνησιότητάς τους. Αυτή η διάκριση είναι απολύτως αναγκαία. Εξίσου αναγκαίο, όμως, είναι να δοθούν απαντήσεις επί των συγκεκριμένων ισχυρισμών.
Ο χαρακτηρισμός «γελοιότητα» δεν αποτελεί διάψευση
Η αντίδραση του Άδωνι Γεωργιάδη, όταν ρωτήθηκε από τη «δημοκρατία», περιορίστηκε στη φράση: «Είναι δυνατόν να ασχοληθώ με τέτοια γελοιότητα;»
Πολιτικά, η απάντηση αυτή μπορεί να λειτουργεί ως προσπάθεια υποβάθμισης της υπόθεσης. Δημοσιογραφικά, όμως, δεν απαντά σε κανένα από τα βασικά ερωτήματα: Υπάρχει ακόμη ο φάκελος των 50 πρωτότυπων υπογραφών; Ελέγχθηκε τότε η γνησιότητά τους; Ποιο ήταν το πρόσωπο που, κατά τον Ταυρή, αρνήθηκε ότι είχε υπογράψει; Καταγράφηκε η ένσταση στα πρακτικά της ΚΕΦΕ; Ενημερώθηκαν τα αρμόδια κομματικά όργανα;
Έντεκα χρόνια μετά, κανείς δεν μπορεί να καταδικάσει έναν πολιτικό στη βάση μιας ανάρτησης. Κανείς, όμως, δεν μπορεί και να θεωρεί ότι μια επώνυμη καταγγελία ανθρώπου με θεσμική θέση εξαφανίζεται επειδή χαρακτηρίστηκε «γελοιότητα» από τον καταγγελλόμενο.
Η απλή και καθαρή λύση είναι η δημοσιοποίηση των εγγράφων, με την απαραίτητη προστασία προσωπικών δεδομένων, και η επίσημη τοποθέτηση της Νέας Δημοκρατίας. Όλα τα υπόλοιπα είναι πολιτικός θόρυβος γύρω από έναν φάκελο που παραμένει κλειστός.
Η Ζαχαράκη, οι διαρροές και η πρωθυπουργική κάλυψη
Παράλληλα, η Σοφία Ζαχαράκη βρέθηκε αντιμέτωπη με ισχυρή πίεση για το περιεχόμενο διδακτικού υλικού που εντάχθηκε στο Μητρώο Διδακτικών Βιβλίων. Η αντιπαράθεση επικεντρώθηκε σε αναφορές σε ομόφυλες οικογένειες και συνοδεύτηκε από δημόσια παρέμβαση του κυβερνητικού εκπροσώπου Παύλου Μαρινάκη, ο οποίος ζήτησε «ιδιαίτερη προσοχή» και «αυξημένη ευαισθησία» στην επιλογή υλικού για τις μικρές τάξεις του Δημοτικού.
Η παρέμβαση ερμηνεύτηκε από αρκετά μέσα ως άδειασμα της υπουργού Παιδείας. Ακολούθησαν δημοσιεύματα περί έντονης δυσαρέσκειας στο Μέγαρο Μαξίμου και ακόμη βαρύτερα σενάρια για αποπομπή της, προκειμένου να περιοριστεί το πολιτικό κόστος για τον πρωθυπουργό.
Αυτά τα σενάρια, ωστόσο, δεν επιβεβαιώθηκαν. Αντιθέτως, ο Κυριάκος Μητσοτάκης εμφανίστηκε μαζί με τη Ζαχαράκη στη Θεσσαλονίκη και, ερωτηθείς για την υπόθεση, χαρακτήρισε τη σχετική συζήτηση «σαχλαμάρες», χρησιμοποιώντας μάλιστα την κοινή παρουσία τους ως έμπρακτη διάψευση ότι υπάρχει θέμα με την υπουργό.
Η χρονική ακολουθία είναι αποκαλυπτική. Πρώτα υπήρξε δημόσια κυβερνητική παρατήρηση που άφησε τη Ζαχαράκη εκτεθειμένη. Έπειτα κυκλοφόρησαν πληροφορίες για δυσαρέσκεια και απομάκρυνση. Τελικά ο ίδιος ο πρωθυπουργός έκλεισε —τουλάχιστον προσωρινά— τη συζήτηση, προσφέροντας πλήρη πολιτική κάλυψη.
Δύο υποθέσεις, το ίδιο αίτημα λογοδοσίας
Στην περίπτωση Ζαχαράκη, τα διαθέσιμα νεότερα στοιχεία δεν επιτρέπουν να παρουσιαστεί η αποπομπή της ως κυβερνητικός σχεδιασμός. Αυτό που αποδεικνύεται είναι μια κυβερνητική αρρυθμία: ο εκπρόσωπος έστειλε μήνυμα αυξημένης προσοχής, δημοσιεύματα μίλησαν για δυσαρέσκεια και ο πρωθυπουργός παρενέβη για να προστατεύσει πολιτικά την υπουργό του.
Στην περίπτωση Γεωργιάδη, το ζήτημα είναι διαφορετικό και σοβαρότερο ως προς τα απαιτούμενα τεκμήρια. Υπάρχει επώνυμος ισχυρισμός για τουλάχιστον μία αμφισβητούμενη υπογραφή και για παρέμβαση ώστε η υπόθεση να μην προχωρήσει. Δεν υπάρχει, όμως, δημόσια διαθέσιμο αποδεικτικό υλικό που να επιτρέπει να υιοθετηθεί η καταγγελία ως γεγονός.
Το Μαξίμου μπορεί να καλύπτει υπουργούς, να διαψεύδει σενάρια και να απορρίπτει πολιτικές επιθέσεις. Δεν μπορεί, όμως, να απαιτεί από την κοινωνία να αρκεστεί σε χαρακτηρισμούς. Για τη Ζαχαράκη χρειάζεται καθαρή ενημέρωση για το ποιος αξιολόγησε και ποιος ενέκρινε το διδακτικό υλικό. Για τον Γεωργιάδη χρειάζεται κάτι ακόμη πιο απλό: ο φάκελος, οι υπογραφές και τα πρακτικά της ΚΕΦΕ.
Γιατί στη δημοκρατία η απάντηση σε μια επώνυμη καταγγελία δεν είναι «γελοιότητα». Είναι τα στοιχεία.

