Του Μανόλη Καψή
Λίγο πριν την τελική ευθεία των εκλογών, ο Κυριάκος Μητσοτάκης παραμένει αδιαμφισβήτητα πρώτος σε όλες τις μετρήσεις- και αυτό δεν είναι καθόλου λίγο μετά από δυο τετραετίες, είναι προφανώς μεγάλη επιτυχία- αλλά πολύ μακριά από τον στόχο του. Που δεν μπορεί να είναι άλλος από το να σχηματίσει κυβέρνηση. Κατά προτίμηση αυτοδύναμη, αλλά υπό τις παρούσες συνθήκες δεν βγαίνει καν κυβέρνηση συνεργασίας.
Ας δούμε πρώτα, ποια είναι τα χαρτιά του. Πού οφείλεται η πρωτιά του. Και μετά, πόσο τον απειλεί ο Σαμαράς.
Το πρώτο και το καλύτερο χαρτί του, είναι προφανώς η αδυναμία των αντιπάλων του. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης είναι πρώτος, γιατί κανένας εκ των αντιπάλων του δεν μπορεί να τον αμφισβητήσει με επιτυχία. Γιατί κανείς, ούτε ο Αλέξης Τσίπρας ούτε ο Νίκος Ανδρουλάκης, δεν μπορεί να διεκδικήσει την πρωτιά. Ο νυν πρωθυπουργός είναι πρώτος, γιατί δεν υπάρχει δεύτερος. Όλοι είναι τριτοτέταρτοι. Ο ένας έχει κυβερνήσει και κανένα rebranding δεν μπορεί να αλλάξει την εικόνα που έχουμε για εκείνον- για την κοσμοθεωρία και τις ικανότητές του, για τη συγκρότησή του και τις προσλαμβάνουσές του, ακόμα και για την ειλικρίνειά του- και ο άλλος απλά δεν πείθει ότι μπορεί να ηγηθεί. Δεν το κατάφερε ποτέ, ακόμα και όταν έπαιζε μπάλα μόνος του στην αντιπολίτευση.
Το δεύτερο χαρτί του Μητσοτάκη, ένας δεύτερος λόγος που ο πρωθυπουργός παραμένει πρώτος σε όλες τις μετρήσεις, είναι η μετριοπάθειά του. Σε ένα πολιτικό σύστημα που η χολή και η τοξικότητα παραδοσιακά περισσεύουν, σε μια φάση που η ελληνική κοινωνία προσπαθεί να συνέλθει από τη χρεοκοπία και το σοκ του μίνι εμφυλίου του αντιμνημονιακού αγώνα, καθώς μόλις και αρχίζουμε να καλύπτουμε το κενό που μας χωρίζει από την υπόλοιπη Ευρώπη, ο αρχηγός της Νέας Δημοκρατίας ποντάρει στη μετριοπάθεια.
Ενώ όλοι γύρω του φωνάζουν- μερικοί και μερικές ουρλιάζουν, όχι απλώς φωνάζουν- και καθημερινά καταγγέλλουν, στηλιτεύουν και κατηγορούν, αλλά δεν τους ακούει κανείς, εκείνος μπορεί έτσι και απευθύνεται σε ψηφοφόρους εκτός των στενών ορίων του κόμματός του, μπορεί έτσι και απευθύνεται σε εκείνους τους ψηφοφόρους που ψηφίζουν όχι με κριτήρια ιδεολογικά- όχι με φούμαρα δηλαδή- αλλά με κριτήριο το ποιος μπορεί να διασφαλίσει την διακυβέρνηση αποφεύγοντας τις περιπέτειες και εξασφαλίζοντας την πρόοδο και την οικονομική βελτίωση. Από την αντιπολίτευση, ο μόνος που έχει αντιληφθεί αυτό το πλεονέκτημα του κ. Μητσοτάκη είναι ο Αλέξης Τσίπρας, και προσπαθεί να τον μιμηθεί, αλλά είναι αδύνατον να ξεφύγει από το παρελθόν του. Κάθε τόσο πετάει και ένα “έπρεπε να είχα κλείσει μόνος μου τις Τράπεζες και ακόμα και οι πιο καλόπιστοι και αφελείς συνέρχονται. Ο κ. Τσίπρας θα είναι πάντα ο Αλέξης Τσίπρας.
Το τρίτο χαρτί του Κυριάκου Μητσοτάκη είναι η επιφυλακτικότητά του. Δεν προχωράει σε καμία ενέργεια, δεν αναλαμβάνει καμία πρωτοβουλία που θα προκαλέσει κόστος. Ειδικά μετά την νομιμοποίηση του γάμου των ομοφυλόφιλων ζευγαριών. Μετά τις εκλογές και βλέπουμε. Το καλύτερο παράδειγμα είναι τα ελληνοτουρκικά, όπου παρά τα ήρεμα νερά, ποτέ δεν επιχειρήθηκε στα σοβαρά μια συνεννόηση με τη γειτονική χώρα και άλλη μια ευκαιρία πήγε χαμένη. Ο καθηγητής Μάνος Ματσαγγάνης αναφέρεται διαρκώς στον νόμο του 2016 που υποχρεώνει το ελληνικό κράτος να αυξήσει τα όρια ηλικίας συνταξιοδότησης ανάλογα με το προσδόκιμο ζωής. Διαφορετικά θα βρεθούμε πάλι με πρόβλημα με το Ασφαλιστικό. Κανείς δεν τον ακούει στο Μαξίμου. Οι κινητοποιήσεις κάθε καλοκαίρι στα νησιά παίρνουν όλο και μεγαλύτερες διαστάσεις, ουδείς όμως κυβερνητικός τολμά να θίξει την εκτός σχεδίου δόμηση. Η αξιολόγηση των δημοσίων υπαλλήλων είναι ένα σύντομο ανέκδοτο. Τα δημόσια πανεπιστήμια έχουν αφεθεί στο έλεος των συντεχνιών. Ο κατάλογος είναι ατελείωτος.
Μάλιστα, ενδεχομένως αυτή η έλλειψη ενός μεγάλου σχεδίου και ενός προγράμματος μεταρρυθμίσεων, είναι και από τα μεγάλα μειονεκτήματα του Κυριάκου Μητσοτάκη. Τι αλήθεια προτείνει για την επόμενη τετραετία; Τη συνέχιση της διαχείρισης;
Σε κάθε περίπτωση, πόσο κοντά ή πόσο μακριά βρίσκεται από τον στόχο του ο πρωθυπουργός θα το ξέρουμε σε μερικούς μήνες. Όταν θα πλησιάσουν οι εκλογές, θα τεθούν με σαφήνεια τα διλήμματα και θα ξεκαθαρίσουν τα νούμερα. Λογικά, όσο πλησιάζουν οι κάλπες, όσο η κυβέρνηση θα επισείει το φόβητρο της ακυβερνησίας, η Νέα Δημοκρατία θα συσπειρώνεται και τα ποσοστά της θα ανεβαίνουν. Πόσο όμως μπορεί να φθάσει; Η πόση ζημιά μπορεί να της κάνει ο Αντώνης Σαμαράς;
Δύσκολο να το προβλέψεις, καθώς οι αναλύσεις και οι μετρήσεις για το πόσοι ψηφοφόροι δείχνουν ενδιαφέρον για υπό ίδρυση κόμμα Σαμαρά έχουν τη σημασία τους, αλλά η εικόνα είναι ακόμα τελείως ασαφής και υπό διαμόρφωση. Άλλωστε, το πιο κρίσιμο μέγεθος δεν είναι πόσοι βλέπουν με συμπάθεια το κόμμα Σαμαρά, αλλά το πόσοι νεοδημοκράτες λένε ότι δεν θα ψηφίσουν το κόμμα τους και θα ψηφίσουν αντίθετα τον Σαμαρά. Δεν φαίνεται να είναι πολλοί- κοντά στο 2% είναι- και ίσως αργότερα να είναι ακόμα λιγότεροι. Ούτως ή άλλως για να έχει νόημα να διεκδικήσει την ψήφο των πολιτών ο πρώην πρωθυπουργός, το νέο κόμμα πρέπει οπωσδήποτε να καταγραφεί, όταν μας προκύψει, σαφώς πάνω από το 3%.
Διαφορετικά, η θεωρία της συνεργασίας των δυο κομμάτων, αλλά με άλλον πρωθυπουργό, θα είναι μια θεωρία τελείως στον αέρα. Κάτι σαν το πρώτο κόμμα το ΠΑΣΟΚ έστω και με μια ψήφο.
capital

