Οι δύο πρώην σύμμαχοι συγκρούονται για την ιδιοκτησία μιας παράταξης που κυβέρνησαν και οι δύο. Η κοινωνία, όμως, δεν έχει ανάγκη ούτε από τρίτη θητεία αλαζονείας ούτε από παλινόρθωση του χθες. Έχει ανάγκη από πολιτική αλλαγή, λογοδοσία και μια νέα πρόταση διακυβέρνησης με τη Μαρία Καρυστιανού στην πρώτη γραμμή.
Η δημόσια σύγκρουση Κυριάκου Μητσοτάκη και Αντώνη Σαμαρά δεν είναι μάχη για το μέλλον της Ελλάδας. Είναι μάχη για το ποιος δικαιούται να κρατά τα κλειδιά της Νέας Δημοκρατίας.
Ο πρωθυπουργός μιλά για «σταθερό τιμόνι», επιμένει ότι η αυτοδυναμία παραμένει εφικτή και εμφανίζει τον εαυτό του ως τη μοναδική εγγύηση κυβερνησιμότητας. Ο πρώην πρωθυπουργός απαντά ότι η σημερινή ΝΔ δεν είναι παράταξη αλλά «κόμμα Μητσοτάκη» και παραδίδει έναν μακρύ κατάλογο κυβερνητικών αποτυχιών.
Μόνο που και οι δύο αποφεύγουν το βασικό ερώτημα: ποιος πλήρωσε τις δικές τους επιλογές;
Η απάντηση είναι γνωστή. Ο πολίτης που βλέπει τον μισθό του να τελειώνει πριν από τον μήνα. Ο επαγγελματίας που πνίγεται από φόρους και υποχρεώσεις. Ο αγρότης και ο κτηνοτρόφος που εγκαταλείπονται. Η οικογένεια που δεν μπορεί να αποκτήσει σπίτι. Οι νέοι που φεύγουν. Οι συγγενείς των Τεμπών που αναγκάστηκαν να κάνουν μόνοι τους τη λογοδοσία εθνικό αίτημα.
Η «σταθερότητα» του Μητσοτάκη είναι αίτημα παραμονής στην εξουσία
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης παρουσιάζει την αυτοδυναμία ως την καλύτερη λύση για τη χώρα. Στην πραγματικότητα, ζητά από την κοινωνία να ταυτίσει τη σταθερότητα της Ελλάδας με τη δική του παραμονή στο Μέγαρο Μαξίμου.
Αυτό δεν είναι θεσμική σταθερότητα. Είναι προσωποκεντρική εξουσία.
Μια κυβέρνηση δεν γίνεται αναντικατάστατη επειδή το δηλώνει ο πρωθυπουργός της. Κρίνεται από την ακρίβεια, την αγοραστική δύναμη, την κατάσταση του ΕΣΥ, τη λειτουργία των θεσμών, τη διαχείριση του δημόσιου χρήματος, το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ, τις υποκλοπές και την απαίτηση για αλήθεια στα Τέμπη.
Οι φοροελαφρύνσεις και οι παροχές της ΔΕΘ μπορεί να δίνουν ανάσες σε ορισμένες κατηγορίες πολιτών. Δεν διαγράφουν, όμως, όσα προηγήθηκαν. Ούτε μετατρέπουν αυτομάτως μια κουρασμένη εξουσία σε νέα πολιτική πρόταση.
Όταν η κυβερνητική παράταξη έχει υποχωρήσει δημοσκοπικά κάτω από τα ποσοστά της εκλογικής νίκης του 2023, η διακήρυξη περί αυτοδυναμίας δεν αποτελεί απόδειξη δύναμης. Μοιάζει περισσότερο με απόπειρα να πειστεί η κοινωνία ότι δεν υπάρχει άλλος δρόμος.
Υπάρχει.
Ο Σαμαράς καταγγέλλει σωστά — αλλά ξεχνά επιλεκτικά
Ο Αντώνης Σαμαράς χτυπά τον Μητσοτάκη εκεί όπου η κυβέρνηση πονά. Μιλά για ακρίβεια, αλαζονεία, διαφθορά, φτωχοποίηση της επαρχίας, αγρότες, κτηνοτρόφους, εστίαση, ΟΠΕΚΕΠΕ, Τέμπη και υποκλοπές.
Πολλά από αυτά είναι πραγματικά και βαριά πολιτικά ζητήματα. Η κριτική, όμως, δεν αρκεί για να αθωώσει τον επικριτή.
Ο Αντώνης Σαμαράς δεν εμφανίστηκε σήμερα στην πολιτική ζωή. Υπήρξε πρωθυπουργός. Κυβέρνησε μέσα στη μνημονιακή περίοδο, υπερασπίστηκε σκληρές επιλογές, συγκυβέρνησε με το ΠΑΣΟΚ και άφησε πίσω του μια κοινωνία εξαντλημένη από λιτότητα, φόρους, ανεργία και ανασφάλεια.
Δεν μπορεί, λοιπόν, να παρουσιάζεται ως αμέτοχος παρατηρητής της κρίσης του παλιού πολιτικού συστήματος. Είναι μέρος της ιστορίας του.
Ο Μητσοτάκης χρησιμοποιεί το 1993 και το 18% του Μαΐου του 2012 για να πλήξει τον Σαμαρά. Ο Σαμαράς χρησιμοποιεί τις σημερινές κυβερνητικές πληγές για να εμφανιστεί ως δικαιωμένος πατριάρχης της παράταξης. Και οι δύο κοιτάζουν προς το παρελθόν, επειδή εκεί βρίσκονται οι προσωπικοί τους λογαριασμοί.
Η Ελλάδα, όμως, δεν χρειάζεται διαιτητή στη βεντέτα δύο πρώην συμμάχων. Χρειάζεται έξοδο από το σύστημα που εκπροσωπούν.
Η Καρυστιανού δεν ζητά να κληρονομήσει το παλιό — οφείλει να χτίσει το νέο
Σε αυτό το πολιτικό κενό, η Μαρία Καρυστιανού μπορεί και πρέπει να παρουσιαστεί ως πρόταση διακυβέρνησης και όχι απλώς ως φωνή διαμαρτυρίας.
Η «Ελπίδα για τη Δημοκρατία» έχει ήδη συγκροτηθεί σε πολιτικό κίνημα και έχει καταθέσει ιδρυτικές θέσεις για κράτος δικαίου, διάκριση των εξουσιών, έλεγχο των δημόσιων συμβάσεων, ανασυγκρότηση του ΕΣΥ, προστασία της πρώτης κατοικίας, στήριξη των μικρομεσαίων επιχειρήσεων και εθνική στρατηγική ανάπτυξης.
Αυτά είναι μια αρχή. Δεν είναι ακόμη ολοκληρωμένο κυβερνητικό σχέδιο.
Αν η Καρυστιανού θέλει να οδηγήσει τη χώρα, πρέπει τώρα να κάνει το επόμενο βήμα: να παρουσιάσει ισχυρή και καθαρή ομάδα, πλήρες κοστολογημένο πρόγραμμα, κανόνες εσωτερικής δημοκρατίας και συγκεκριμένες απαντήσεις για οικονομία, εξωτερική πολιτική, παραγωγή, υγεία, παιδεία και θεσμούς.
Οι εσωτερικές αποχωρήσεις και οι δημόσιες καταγγελίες πρώην στελεχών του κινήματος δεν πρέπει να κρυφτούν κάτω από το χαλί. Πρέπει να απαντηθούν με διαφάνεια. Όποιος ζητά να αλλάξει το κράτος οφείλει πρώτα να αποδεικνύει ότι μπορεί να λειτουργήσει δημοκρατικά το ίδιο του το κόμμα.
Αυτό, όμως, δεν ακυρώνει τη μεγάλη πολιτική διαφορά.
Ο Μητσοτάκης ζητά τρίτη εντολή επειδή θεωρεί ότι μόνο ο ίδιος μπορεί να κυβερνήσει. Ο Σαμαράς ζητά ιστορική δικαίωση επειδή θεωρεί ότι η παράταξη του ανήκει περισσότερο. Η Καρυστιανού οφείλει να ζητήσει εντολή για κάτι διαφορετικό: για να επιστρέψει το κράτος στους πολίτες και η εξουσία στη λογοδοσία.
Όχι λευκή επιταγή — καθαρή εντολή αλλαγής
Η στήριξη στην Καρυστιανού δεν πρέπει να είναι αγιογραφία. Κανένας πολιτικός αρχηγός δεν δικαιούται λευκή επιταγή. Ούτε ο πόνος, ούτε ο συμβολισμός, ούτε η κοινωνική αποδοχή υποκαθιστούν την ικανότητα διακυβέρνησης.
Αλλά η χώρα έχει ανάγκη από μια ηγεσία που δεν χρωστά την ύπαρξή της σε κομματικούς μηχανισμούς, πολιτικές οικογένειες και παλιούς λογαριασμούς εξουσίας. Μια ηγεσία που γεννήθηκε από την απαίτηση για αλήθεια και δικαιοσύνη και καλείται τώρα να αποδείξει ότι μπορεί να τη μετατρέψει σε κράτος, θεσμούς και καθημερινή πολιτική.
Η Μαρία Καρυστιανού πρέπει να διεκδικήσει καθαρά τη διακυβέρνηση και την πρωθυπουργία. Όχι ως «σωτήρας», αλλά ως επικεφαλής μιας σοβαρής, δημοκρατικής και ελέγξιμης κυβερνητικής ομάδας.
Γιατί η επιλογή της Ελλάδας δεν μπορεί να περιορίζεται ανάμεσα σε έναν πρωθυπουργό που θεωρεί τη θέση του συνώνυμη της σταθερότητας και έναν πρώην πρωθυπουργό που ζητά να ξαναγράψει τη δική του ιστορία.
Ο Μητσοτάκης και ο Σαμαράς μπορούν να συνεχίσουν να μαλώνουν για το ποιος κατέχει την παράταξη. Η κοινωνία έχει σοβαρότερη δουλειά: να πάρει πίσω τη χώρα.
Και σήμερα η Καρυστιανού είναι το πρόσωπο που οφείλει να μετατρέψει αυτή την απαίτηση σε αξιόπιστη πρόταση εξουσίας.

