Το Ισραήλ αναφέρει ότι ελληνικές εταιρείες θα αναπτύξουν το κεντρικό λογισμικό με δική του υποστήριξη. Η διαβεβαίωση για αποκλειστικό ελληνικό έλεγχο έχει συγκεκριμένο αντικείμενο και χρειάζεται αντίστοιχη συμβατική αποσαφήνιση.
Στην ανάπτυξη ελληνικού λογισμικού διοίκησης και ελέγχου τοποθετεί το υπουργείο Άμυνας του Ισραήλ την απάντησή του στη συζήτηση για τον πηγαίο κώδικα της «Ασπίδας του Αχιλλέα». Σύμφωνα με την ισραηλινή ανακοίνωση, ελληνικές εταιρείες θα δημιουργήσουν το κεντρικό λογισμικό του προγράμματος, με μεταφορά ισραηλινής τεχνογνωσίας και επιχειρησιακής εμπειρίας.
Η διατύπωση έχει σημασία: περιγράφει εγχώρια ανάπτυξη του συστήματος διοίκησης και ελέγχου, γνωστού ως C2. Δεν αποτελεί ανακοίνωση παράδοσης στην Ελλάδα του συνόλου του πηγαίου κώδικα των ισραηλινών αντιαεροπορικών όπλων.
Αυτή η διάκριση είναι απαραίτητη για να αξιολογηθεί τι ακριβώς εξασφαλίζει η συμφωνία και ποια ερωτήματα παραμένουν ανοιχτά.
Τι προβλέπει η ισραηλινή διευκρίνιση
Στην ανακοίνωση αναφέρεται ότι το ελληνικό λογισμικό, μαζί με τις μετατροπές και τις προσθήκες του, θα παραμείνει υπό αποκλειστικό ελληνικό έλεγχο και θα προσαρμοστεί στις επιχειρησιακές απαιτήσεις της χώρας.
Η ανάπτυξη αφορά τη διασύνδεση των SPYDER All-in-One, Barak MX και David’s Sling σε ενιαίο κέντρο διοίκησης και ελέγχου. Το συγκεκριμένο έργο προβλέπεται να αναλάβει η ελληνική SCYTALYS σε συνεργασία με την ισραηλινή Rafael.
Η ανακοίνωση αναφέρεται ακόμη σε προσπάθεια μεταφοράς τεχνολογιών και δυνατοτήτων προς τις ελληνικές εταιρείες που θα συμμετάσχουν στην παραγωγή της αρχιτεκτονικής του προγράμματος.
Η συμφωνία υπεγράφη στο Τελ Αβίβ στις 31 Αυγούστου, ενώ το ζήτημα του κώδικα είχε περιληφθεί στις εκκρεμότητες που έπρεπε να επιλυθούν πριν από την υπογραφή.
Το εύρος του ελέγχου χρειάζεται καθαρές απαντήσεις
Από το περιεχόμενο της ανακοίνωσης προκύπτει ότι η δέσμευση για ελληνικό έλεγχο αφορά τον κώδικα που θα αναπτυχθεί στο πλαίσιο του προγράμματος για το κεντρικό σύστημα διοίκησης και ελέγχου. Δεν περιγράφονται αναλυτικά τα δικαιώματα πρόσβασης και επέμβασης στο λογισμικό κάθε επιμέρους όπλου.
Η ίδια η ισραηλινή τοποθέτηση διαχωρίζει τη συμφωνία από τη συζήτηση για τον κώδικα στον οποίο βασίζονται τα επιχειρησιακά συστήματα του Ισραήλ.
Συνεπώς, η εξαγγελία δεν αρκεί για να συναχθεί ότι η Ελλάδα αποκτά απεριόριστη τεχνολογική αυτονομία σε κάθε επίπεδο. Ούτε, όμως, τεκμηριώνει τον αντίθετο ισχυρισμό ότι στερείται εθνικού επιχειρησιακού ελέγχου. Το ακριβές εύρος των δικαιωμάτων πρέπει να αποσαφηνιστεί μέσα από τους όρους της συμφωνίας.
Η ουσία βρίσκεται στις δυνατότητες που κατοχυρώνονται
Για την ελληνική πλευρά, το κρίσιμο ερώτημα είναι τι θα μπορεί να κάνει αυτοτελώς μετά την παράδοση: ποιες αλλαγές θα δικαιούται να πραγματοποιεί, ποια τεχνικά στοιχεία θα έχει διαθέσιμα και ποιες εργασίες θα εξακολουθούν να απαιτούν συμμετοχή του προμηθευτή.
Αντίστοιχα, χρειάζονται απαντήσεις για την ευθύνη συντήρησης και αναβάθμισης, τις δυνατότητες μελλοντικής διασύνδεσης με άλλα συστήματα και το ακριβές αντικείμενο που αναλαμβάνουν οι ελληνικές εταιρείες. Αυτά αποτελούν κριτήρια αξιολόγησης της συμφωνίας, όχι διαπιστωμένες ελλείψεις της.
Η εγχώρια ανάπτυξη κρίσιμου λογισμικού μπορεί να ενισχύσει την ελληνική αμυντική τεχνογνωσία. Η αξία της, όμως, θα κριθεί από τις παραδόσεις, τα κατοχυρωμένα δικαιώματα και τη δυνατότητα των ελληνικών φορέων να υποστηρίζουν το έργο σε βάθος χρόνου.
Η νέα διευκρίνιση προσδιορίζει καλύτερα το αντικείμενο του «ελληνικού πηγαίου κώδικα». Η κυβέρνηση οφείλει πλέον να εξηγήσει, με την αναγκαία προστασία των απόρρητων στοιχείων, πώς αυτή η δέσμευση μεταφράζεται σε πραγματικές δυνατότητες. Η εθνική άμυνα απαιτεί εξοπλισμούς, τεχνική επάρκεια και λογοδοσία με την ίδια σοβαρότητα.

