Οι φυτεύσεις σε 1.300 στρέμματα αποτυπώνουν τη μεγάλη απόσταση ανάμεσα στις εξαγγελίες αποκατάστασης και στις εκτιμώμενες ανάγκες, που ξεπερνούν τα 153.000 στρέμματα.
Πέντε χρόνια μετά τη μεγάλη πυρκαγιά του Αυγούστου του 2021, η αποκατάσταση των δασών της Βόρειας Εύβοιας εξακολουθεί να κινείται με ρυθμούς που απέχουν δραματικά από το μέγεθος της καταστροφής. Με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία, οι ολοκληρωμένες εργασίες τεχνητής αναδάσωσης περιορίζονται σε περίπου 1.300 στρέμματα μαύρης πεύκης. Πρόκειται για μόλις το 0,85% των εκτάσεων που εκτιμάται ότι χρειάζονται ανθρώπινη παρέμβαση για να αποκτήσουν ξανά δασική βλάστηση.
Ο αριθμός απαιτεί μια ουσιώδη διευκρίνιση: αφορά την τεχνητή αναδάσωση και όχι το σύνολο της φυσικής αναγέννησης στις καμένες περιοχές. Ωστόσο, ακόμη και με αυτή τη διάκριση, αναδεικνύεται ένα τεράστιο κενό ανάμεσα στις ανάγκες και στις παρεμβάσεις που έχουν υλοποιηθεί.
Η φωτιά που εκδηλώθηκε στις 3 Αυγούστου 2021 έκαψε συνολικά περίπου 520.000 στρέμματα. Οι δασικές εκτάσεις υπολογίστηκαν σε περίπου 340.000 στρέμματα, ενώ η έκταση που κηρύχθηκε αναδασωτέα ανήλθε σε 383.140 στρέμματα. Τα μεγέθη αυτά αφορούν διαφορετικές καταγραφές και δεν πρέπει να συγχέονται με την έκταση στην οποία απαιτούνται φυτεύσεις.
Σε σημαντικό τμήμα των δασών χαλεπίου πεύκης, η επιστροφή της βλάστησης μπορεί να προχωρήσει φυσικά, εφόσον υπάρχουν διαθέσιμοι σπόροι και προστατεύονται τα νεαρά φυτά. Το πρόβλημα γίνεται πολύ σοβαρότερο εκεί όπου οι επαναλαμβανόμενες πυρκαγιές έκαψαν δέντρα προτού προλάβουν να παράγουν σπόρους.
Οι σχετικές καταγραφές ανεβάζουν τις διπλοκαμένες εκτάσεις σε 129.690 στρέμματα. Σε αυτές προστίθενται 13.929 στρέμματα μαύρης πεύκης και 9.563 στρέμματα ελάτης, για τα οποία η δυνατότητα φυσικής αποκατάστασης περιγράφεται ως ιδιαίτερα περιορισμένη. Έτσι προκύπτει η εκτίμηση για περισσότερα από 153.000 στρέμματα που χρειάζονται τεχνητή αναδάσωση.
Απέναντι σε αυτή την ανάγκη, ο σχεδιασμός που παρουσιάστηκε αφορούσε μόλις 9.383,8 στρέμματα. Δηλαδή, ακόμη και η πλήρης υλοποίησή του θα κάλυπτε περίπου το 6,1% της παραπάνω εκτιμώμενης έκτασης.
Το χρηματοδοτικό όριο είχε ήδη αποτυπωθεί στη μελέτη αναδάσωσης: ο προϋπολογισμός των 15 εκατομμυρίων ευρώ δεν επαρκούσε για το σύνολο των αναγκών. Το 2024 ανακοινώθηκαν εξασφαλισμένες πιστώσεις περίπου 16 εκατομμυρίων ευρώ, χωρίς αυτό να αναιρεί τη μεγάλη απόσταση μεταξύ του προγραμματισμένου έργου και της απαιτούμενης παρέμβασης.
Η σύμβαση που συνδέεται με τις φυτεύσεις στα 1.300 στρέμματα υπογράφηκε τον Μάιο του 2024, με αξία 1,2 εκατομμυρίων ευρώ. Οι εργασίες φύτευσης ξεκίνησαν τον Νοέμβριο της ίδιας χρονιάς, στην περιοχή αρμοδιότητας του Δασαρχείου Λίμνης.
Στα εμπόδια περιλαμβάνονται η έλλειψη κατάλληλων σπόρων και οι αδυναμίες λειτουργίας των δασικών φυτωρίων. Πρόκειται για κρίσιμες υποδομές, αφού η αναδάσωση προϋποθέτει επαρκές και κατάλληλο φυτευτικό υλικό, σωστή εποχή φύτευσης και παρακολούθηση της επιβίωσης των νέων δέντρων.
Το υπουργείο Περιβάλλοντος έχει επικαλεστεί την πολυπλοκότητα των παρεμβάσεων, την ανάγκη εξειδικευμένων μελετών και τον χρόνο που απαιτείται για την αξιολόγηση της φυσικής αναγέννησης. Αυτές οι προϋποθέσεις πρέπει να συνυπολογίζονται. Πέντε χρόνια μετά, όμως, παραμένει το ερώτημα εάν οργανώθηκαν εγκαίρως οι υποδομές, η χρηματοδότηση και οι διαδικασίες για τις περιοχές όπου η φυσική ανάκαμψη δεν επαρκεί.
Πριν από το καλοκαίρι του 2026 υπογράφηκε ακόμη μία σύμβαση, για περίπου 1.200 στρέμματα στην περιοχή του Δασαρχείου Λίμνης, κυρίως σε διπλοκαμένες εκτάσεις χαλεπίου πεύκης. Οι φυτεύσεις προβλέπονταν για το φθινόπωρο. Η υπογραφή της, πάντως, δεν ισοδυναμεί με ολοκληρωμένη αναδάσωση και η συγκεκριμένη έκταση δεν μπορεί ακόμη να προσμετράται στο υλοποιημένο αποτέλεσμα.
Οι υποσχέσεις για το «Νέο Δάσος», οι χορηγίες και οι χρηματοδοτικές ανακοινώσεις οφείλουν πλέον να συνοδεύονται από δημόσιο απολογισμό: ποιες εκτάσεις φυτεύτηκαν, πόσα φυτά επιβίωσαν, ποια ποσά δαπανήθηκαν και πότε θα ξεκινήσουν οι υπόλοιπες αναγκαίες παρεμβάσεις, ιδιαίτερα στα ευπαθή δάση και στην περιοχή της Ιστιαίας.
Η Βόρεια Εύβοια χρειάζεται ένα δεσμευτικό πρόγραμμα αποκατάστασης με εξασφαλισμένους πόρους και ελέγξιμα αποτελέσματα. Πέντε χρόνια μετά την καταστροφή, η απόσταση ανάμεσα στα 1.300 και στα περισσότερα από 153.000 στρέμματα είναι το μέτρο με το οποίο πρέπει να κριθούν οι εξαγγελίες.

