Οι ειδικές προστασίες, οι πολιτικές ευθύνες και η οργή που δεν αντιμετωπίζεται με επικοινωνιακές διαβεβαιώσεις.
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη οφείλει μια καθαρή απάντηση: όταν θεσπίζει ειδική προστασία για πρόσωπα που συμμετέχουν σε κρίσιμες δημόσιες αποφάσεις, ποιες εγγυήσεις προσφέρει ότι ο ουσιαστικός έλεγχος παραμένει ανεμπόδιστος; Η εμπιστοσύνη δεν επιβάλλεται με τροπολογία. Κερδίζεται όταν ο πολίτης μπορεί να μάθει ποιος αποφάσισε, με ποια στοιχεία και με ποια ευθύνη.
Η ανάρτηση που συγκεντρώνει περιπτώσεις «ακαταδίωκτου» —από την πανδημία και τα Τέμπη μέχρι τις τράπεζες, την ΑΑΔΕ, το ΤΑΙΠΕΔ και τους ιδιοκτήτες τηλεοπτικών σταθμών— πατά πάνω σε ένα εκρηκτικό αίσθημα: ότι οι ισχυροί διαθέτουν περισσότερες εξόδους διαφυγής από όσες ο απλός πολίτης.
Ωστόσο, η συγκεκριμένη απαρίθμηση δεν αρκεί για να αποδειχθεί ότι όλοι αυτοί απολαμβάνουν σήμερα γενική ασυλία, ούτε ότι όλες οι σχετικές ρυθμίσεις ψηφίστηκαν την ίδια περίοδο. Πολύ περισσότερο, δεν αποδεικνύει προσχεδιασμένη συγκάλυψη πριν από την ανάληψη της διακυβέρνησης. Η πολιτική κριτική έχει αρκετά πραγματικά ερωτήματα να θέσει. Δεν χρειάζεται να στηριχθεί σε ατεκμηρίωτες βεβαιότητες.
Τον Απρίλιο του 2021 ψηφίστηκε πράγματι ειδική προστασία για τα μέλη της επιτροπής των ειδικών του υπουργείου Υγείας για την πανδημία. Η αντίδραση του τότε προέδρου του Πανελλήνιου Ιατρικού Συλλόγου, Αθανάσιου Εξαδάκτυλου, έχει ιδιαίτερη σημασία: δήλωσε ότι αποποιείται τα προνόμια της ρύθμισης μέχρι να προβλεφθεί αντίστοιχη προστασία για τους γιατρούς και τους νοσηλευτές που αντιμετώπιζαν την πανδημία. Παράλληλα, υποστήριξε την αναγκαιότητα μιας τέτοιας προστασίας για το προσωπικό της πρώτης γραμμής.
Εκεί βρίσκεται μια ουσιαστική πολιτική αντίφαση. Εάν το επιχείρημα είναι ότι άνθρωποι που εργάζονται σε έκτακτες συνθήκες χρειάζονται προστασία από καταχρηστικές διώξεις, η κυβέρνηση οφείλει να εξηγεί τη σειρά των προτεραιοτήτων της και τα κριτήρια επιλογής των δικαιούχων. Ο γιατρός της εφημερίας δεν έχει μικρότερη ανάγκη θεσμικής στήριξης επειδή βρίσκεται μακριά από την αίθουσα μιας επιτροπής.
Η ύπαρξη αυτής της ρύθμισης, πάντως, δεν αποτελεί απόδειξη παρανομίας των επιστημόνων ή τεκμήριο ότι οι εισηγήσεις τους για τον εμβολιασμό ήταν επιλήψιμες. Το αντικείμενο της πολιτικής κριτικής είναι η νομοθετική επιλογή και οι εγγυήσεις ελέγχου που τη συνοδεύουν.
Στην περίπτωση των Τεμπών, η πρόβλεψη που δημοσιοποιήθηκε τον Μάρτιο του 2023 για την ειδική επιτροπή εμπειρογνωμόνων αφορούσε γνώμη που διατυπώθηκε ή ψήφο που δόθηκε κατά την άσκηση των καθηκόντων της, με εξαίρεση την περίπτωση δόλου. Αυτή η διατύπωση έχει συγκεκριμένο περιεχόμενο· δεν ισοδυναμεί με απαλλαγή οποιουδήποτε εμπλεκομένου από κάθε ευθύνη για την τραγωδία.
Το ερώτημα παραμένει σκληρό: πώς εξασφαλίζεται ότι η ανεξαρτησία μιας επιτροπής συνοδεύεται από επαρκή έλεγχο της εργασίας της; Οι οικογένειες των θυμάτων και η κοινωνία δικαιούνται τεκμηριωμένες απαντήσεις. Οι νομοθετικές διατυπώσεις πρέπει να υπηρετούν αυτή την ανάγκη και να εξηγούνται δημόσια, χωρίς υπεκφυγές.
Για τις αναφορές σε τραπεζικά στελέχη, ΤΑΙΠΕΔ, ΑΑΔΕ και «πόθεν έσχες των καναλαρχών», η δημοσιογραφική ευθύνη επιβάλλει συγκεκριμένα κείμενα νόμων και έλεγχο των μεταγενέστερων αλλαγών. Από το διαθέσιμο υλικό δεν τεκμηριώνεται η συνολική διατύπωση ότι όλοι διαθέτουν ενιαίο, απόλυτο και σημερινό ακαταδίωκτο. Η κυβέρνηση, όμως, μπορεί να ερωτηθεί απολύτως συγκεκριμένα: ποιες εξαιρέσεις υποστηρίζει, γιατί τις θεωρεί αναγκαίες και πώς αποτρέπει την καταχρηστική αξιοποίησή τους;
Τα σχόλια κάτω από την ανάρτηση αποτυπώνουν την ένταση αυτής της δυσπιστίας. Άλλοι ζητούν κατάργηση προνομίων, άλλοι εκλογική αλλαγή, ενώ υπάρχουν και αντιρρήσεις για την ακρίβεια των ισχυρισμών. Δεν πρόκειται για δημοσκόπηση ούτε για αποδεικτικό υλικό παρανομίας. Πρόκειται, όμως, για μια δημόσια συζήτηση στην οποία η απαίτηση ίσης μεταχείρισης επανέρχεται επίμονα. Οι ύβρεις και οι απειλές που επίσης εμφανίζονται δεν δίνουν απάντηση σε αυτή την απαίτηση.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης και η κυβέρνησή του οφείλουν να υπερασπιστούν τις επιλογές τους με στοιχεία: σαφή όρια προστασίας, διαφάνεια στη λήψη αποφάσεων και πραγματικές δυνατότητες ελέγχου. Και η αντιπολίτευση οφείλει να πει ποιες ακριβώς διατάξεις προτείνει να αλλάξουν και με ποιο περιεχόμενο.
Η δημόσια ευθύνη δεν μπορεί να τελειώνει εκεί όπου αρχίζει η δυσκολία των ερωτήσεων. Όποιος ζητά την εμπιστοσύνη των πολιτών, οφείλει πρώτα να αντέχει τον έλεγχό τους.

