Γαλακτοκομικά, τυριά και αρτοσκευάσματα στην πρώτη γραμμή των ανατιμήσεων που αναμένονται τον Οκτώβριο — Φόβοι για μεγαλύτερη επιβάρυνση προς το τέλος του 2026.
Νέα πίεση στον οικογενειακό προϋπολογισμό προμηνύουν οι αυξημένοι τιμοκατάλογοι που, σύμφωνα με το ρεπορτάζ της «Καθημερινής», έχουν αρχίσει να γνωστοποιούνται στις αρμόδιες αρχές. Στα προϊόντα που αναμένεται να ακριβύνουν πρώτα περιλαμβάνονται γαλακτοκομικά, τυριά και αρτοσκευάσματα, με τις αλλαγές στις τιμές να τοποθετούνται χρονικά περίπου στα τέλη Οκτωβρίου.
Η ανησυχία επεκτείνεται και στους επόμενους μήνες. Επιχειρήσεις της βιομηχανίας τροφίμων εκτιμούν ότι οι πιέσεις στην παραγωγή και στη διακίνηση των προϊόντων μπορούν να οδηγήσουν σε ευρύτερες ανατιμήσεις στα τέλη του 2026 και στις αρχές του 2027. Πρόκειται για εκτιμήσεις της αγοράς, καθώς δεν έχει παρουσιαστεί ενιαίο ποσοστό αύξησης για το σύνολο των τροφίμων.
Για τους καταναλωτές, το βάρος είναι σωρευτικό. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρατίθενται στο δημοσίευμα, τον Αύγουστο του 2026 οι τιμές των τροφίμων στην Ελλάδα βρίσκονταν 36,35% πάνω από τον Αύγουστο του 2020 και 24,5% υψηλότερα από τον Μάρτιο του 2022. Αυτό σημαίνει ότι οι νέες επιβαρύνσεις θα προστεθούν σε ένα καθημερινό καλάθι που έχει ήδη ακριβύνει σημαντικά.
Η διαδρομή της ακρίβειας αρχίζει αρκετά πριν από το ταμείο. Το πετρέλαιο επηρεάζει τις μεταφορές και το ενεργειακό κόστος των επιχειρήσεων, ενώ επιβαρύνει και τη συσκευασία. Τα πλαστικά εξαρτώνται από πετρελαϊκές πρώτες ύλες και η παραγωγή χαρτιού απαιτεί μεγάλες ποσότητες ενέργειας. Έτσι, το κόστος μπορεί να αυξάνεται ταυτόχρονα σε διαφορετικά στάδια, από το εργοστάσιο έως την παράδοση στο κατάστημα.
Στην ίδια αλυσίδα προστίθενται οι διαταραχές στις εμπορευματικές μεταφορές που συνδέονται με τις συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή και στην Ουκρανία. Η βιομηχανία επικαλείται πρόσθετες επιβαρύνσεις που ξεπερνούν τις αρχικές της προβλέψεις. Ενδεικτική είναι η περίπτωση της Κρι Κρι: όπως αναφέρεται στο ρεπορτάζ, η αρχική εκτίμηση για πρόσθετο ετήσιο κόστος 5,5 εκατ. ευρώ από τον πόλεμο στο Ιράν αναθεωρείται προς τα πάνω κατά ακόμη 2 έως 3 εκατ. ευρώ.
Σημαντική πίεση ασκείται και στην αγροτική παραγωγή. Τα στοιχεία που επικαλείται το δημοσίευμα τοποθετούν τη μέση ευρωπαϊκή τιμή των φωσφορούχων λιπασμάτων στα 739 ευρώ ανά τόνο τον Αύγουστο, έναντι 569 ευρώ έναν χρόνο νωρίτερα. Η μεταβολή προσεγγίζει το 30%, ενώ σε σχέση με τον Ιανουάριο η αύξηση είναι περίπου 22%.
Για την Ελλάδα αναφέρεται ετήσια αύξηση 11,3% στις τιμές των λιπασμάτων τον Ιούλιο του 2026, με αντίστοιχη άνοδο στην κατηγορία ενέργειας και λιπαντικών. Οι επιβαρύνσεις αυτές επηρεάζουν τόσο τις καλλιέργειες όσο και την κτηνοτροφία μέσω της παραγωγής ζωοτροφών.
Τα σιτηρά αποτελούν έναν ακόμη κρίσιμο παράγοντα. Το ρεπορτάζ καταγράφει άνοδο 6% στον σχετικό δείκτη του Διεθνούς Συμβουλίου Σιτηρών μέσα στον Σεπτέμβριο και προειδοποιήσεις προμηθευτών για πιθανές αυξήσεις στα άλευρα. Παράλληλα, αναφέρει ετήσια ανατίμηση 22% στα άλευρα για ζωοτροφές. Στο αγελαδινό γάλα, η τιμή παραγωγού εμφανίζεται να έχει ανέβει στα 0,58 ευρώ το λίτρο, από 0,55 ευρώ έναν χρόνο πριν.
Το πλέγμα αυτό εξηγεί την πίεση που περιγράφουν οι επιχειρήσεις. Κάθε αύξηση στην τελική τιμή, όμως, χρειάζεται συγκεκριμένη τεκμηρίωση: ποιο κόστος αυξήθηκε, σε ποιον βαθμό και πόσο από αυτό μεταφέρεται στον καταναλωτή. Η γενική επίκληση της διεθνούς αναταραχής δεν αρκεί για να αξιολογηθεί εάν μια ανατίμηση δικαιολογείται.
Στο κυβερνητικό μέτωπο, το δημοσίευμα αναφέρει παράταση έως το τέλος Σεπτεμβρίου του 2027 της υποχρεωτικής γνωστοποίησης ανατιμήσεων από τους προμηθευτές και ενδεικτικών τιμών οπωροκηπευτικών από τα σούπερ μάρκετ. Αναφέρει επίσης διατήρηση έως το τέλος του 2026 της τρίμηνης απαγόρευσης προσφορών σε προϊόντα στα οποία έχει προηγηθεί ανατίμηση. Το υπουργείο Ανάπτυξης παραπέμπει παράλληλα στα μέτρα για τα καύσιμα που αναμένονται μέσα στην εβδομάδα.
Η αποτελεσματικότητα αυτών των παρεμβάσεων θα φανεί στην τελική απόδειξη. Για ένα νοικοκυριό, ακόμη και μικρές αυξήσεις σε προϊόντα που αγοράζονται συστηματικά δημιουργούν μόνιμη μηνιαία επιβάρυνση. Το ζητούμενο είναι συγκεκριμένο: έλεγχοι που συνδέουν τις ανατιμήσεις με το πραγματικό κόστος και παρεμβάσεις που περιορίζουν την πίεση στο καθημερινό τραπέζι.

