Από τη στήλη αυτή έχουμε διατυπώσει την εκτίμηση ότι η μάχη ΕΛΑΣ – ΠΑΣΟΚ για τη δεύτερη θέση δεν έχει ακόμη κριθεί. Οι τελευταίες δημοσκοπήσεις φαίνεται να την επιβεβαιώνουν, καθώς όλες εξακολουθούν να καταγράφουν προβάδισμα της ΕΛΑΣ, με ελαφρώς όμως πτωτική τάση, και το ΠΑΣΟΚ σε ελαφρά άνοδο. Το προβάδισμα διατηρείται, η ΕΛΑΣ εξακολουθεί να είναι φαβορί, δεν μπορεί ωστόσο να ειπωθεί ότι η αναμέτρηση έχει κριθεί.
Οι βασικότεροι λόγοι γι’ αυτό είναι, πρώτον, ότι το ΠΑΣΟΚ θεωρητικά έχει μεγαλύτερες εκλογικές δεξαμενές και, δεύτερον, κάποιες στρατηγικές αντιφάσεις του κ. Τσίπρα.
Στη λεγόμενη «δυνητική ψήφο» –στο ερώτημα, δηλαδή, «αν θα μπορούσατε να ψηφίσετε το τάδε κόμμα», που δείχνει τα όρια εκλογικής επιρροής– το ΠΑΣΟΚ προηγείται της ΕΛΑΣ. Ενώ λόγω της θέσης του στο πολιτικό τοπίο μπορεί να διεκδικήσει ψηφοφόρους τόσο από τα αριστερά όσο και από την Κεντροδεξιά.
Εως τώρα, βέβαια, το ΠΑΣΟΚ δεν έχει καταφέρει να μετατρέψει αυτή τη θεωρητική δυνατότητα σε πραγματικές αμφίπλευρες εισροές. Αντιθέτως, με πολλές στρατηγικές αλλά και «υφολογικές» επιλογές του μοιάζει να αδιαφορεί για το κοινό στα «δεξιά» του. Η στροφή του προς τα «αριστερά» ήταν επιζήμια, η υπέρμετρη οξύτητα επίσης, ενώ ακόμη πιο επιζήμιο ήταν το «φλερτ» κάποιων στελεχών του με τον ΣΥΡΙΖΑ και τον κ. Τσίπρα, την περίοδο μάλιστα που το ΠΑΣΟΚ είχε εκείνο το πάνω χέρι στην αντιπολίτευση.
Υπάρχουν όμως και οι στρατηγικές αντιφάσεις του κ. Τσίπρα. Ενώ ο παλαιός, ισχυρός ΣΥΡΙΖΑ είχε, ακόμη και στα χειρότερά του, μεγαλύτερη εκλογική ή δημοσκοπική επιρροή από το ΠΑΣΟΚ της τελευταίας δεκαπενταετίας, ο ίδιος ο κ. Τσίπρας –μέχρι στιγμής τουλάχιστον– δεν δείχνει διατεθειμένος να αξιοποιήσει αυτό το δεδομένο.
Δημιουργώντας ένα νέο και απολύτως προσωποπαγές κόμμα, χωρίς στέρεες δομές και με κάπως ανεπεξέργαστο έως τώρα στίγμα, δυσκολεύεται να συσπειρώσει ακόμη και το ακροατήριο που έμεινε κοντά του στις δυσκολότερες πολιτικές στιγμές του, χωρίς ταυτόχρονα να προσελκύει καινούργιο.
Υπάρχει και μια δεύτερη, κάπως σχετική, αντίφαση: ενώ προτάσσει ως βασικό συγκριτικό πλεονέκτημα την κυβερνητική εμπειρία του (ενίοτε και άκομψα, όπως το πρόσφατο «ή εμείς ή κανείς»), ταυτόχρονα κρατάει αποστάσεις από το μεγαλύτερο μέρος των στελεχών που συνδέθηκαν με αυτήν. Πώς ακριβώς θα πιστωθεί την εμπειρία διακυβέρνησης όταν ο ίδιος απαξιώνει την πλειονότητα εκείνων με τους οποίους την άσκησε;
Η αντιπαράθεση μεταξύ των δύο κομμάτων θα ενταθεί το επόμενο διάστημα, καθώς το ποιος θα είναι δεύτερος και ποιος τρίτος είναι υπαρξιακό. Αν ο κ. Τσίπρας δεν είναι δεύτερος το comeback του θα έχει αποτύχει, αφού θα έχει επιστρέψει σε υποδεέστερο ρόλο από εκείνον που είχε όταν έφυγε.
Αν το ΠΑΣΟΚ παραμείνει τρίτο θα έχει αποτύχει στη βασική στρατηγική του επιδίωξη να ξαναγίνει ο δεύτερος πυλώνας του πολιτικού μας συστήματος. Θα αντιμετωπίσει δε μεγάλη αμφίπλευρη πίεση σε ενδεχόμενο δεύτερων εκλογών, ενώ ίσως τεθεί ζήτημα ακόμη και για την αυτόνομη πολιτική πορεία του.
Αυτά έχουν αρχίσει να γίνονται πλέον σε όλους αντιληπτά, εξ ου κι έπειτα από ένα διάστημα με ελαφρότητες περί συγκλίσεων, και οι δύο ηγεσίες κόβουν κάθε σχετική κουβέντα, αδειάζοντας τα στελέχη που επιμένουν σε τέτοιες λογικές. Η πολυθρόνα χωράει έναν.
Το ποιος θα κερδίσει τελικά τη μάχη θα κριθεί από το πώς θα αξιοποιήσει ο καθένας τα όπλα που διαθέτει.
Ο κ. Τσίπρας έχει ισχυρότερα πρωθυπουργικά χαρακτηριστικά, υψηλότερη αφετηρία, διατηρεί πάντα το (έστω και επισφαλές) προβάδισμα, ενώ απολαύει μεγαλύτερης στήριξης, σε σχέση με το ΠΑΣΟΚ, από διάφορα συστήματα επιρροής. Κουβαλάει όμως και μεγάλη προσωπική φθορά λόγω της διακυβέρνησής του, των εκλογικών ηττών που ακολούθησαν, αλλά και λόγω των στρατηγικών αντιφάσεων που επισημάνθηκαν.
Ο κ. Ανδρουλάκης υστερεί σε πρωθυπουργική εικόνα, ενώ έως πρόσφατα δεν είχε φροντίσει να χτίσει ένα προσωπικό αφήγημα, μετατρέποντας κάποιες αδυναμίες του σε ταυτίσεις με το εκλογικό σώμα. Ηγείται ωστόσο ενός κόμματος με μεγαλύτερες εκλογικές δεξαμενές, ισχυρότερες οργανωτικές δομές, παρουσία στην αυτοδιοίκηση και σε τοπικά δίκτυα επιρροής, έχει πιο συγκροτημένη ομάδα στελεχών, ενώ ο ίδιος δεν βαρύνεται προσωπικά με κυβερνητικές αστοχίες.
Η μάχη, συνεπώς, θα κριθεί στις δυνητικές δεξαμενές, στα πρόσωπα και, φυσικά, στις καμπάνιες. Προπάντων δε στο ποιος θα παρουσιάσει ένα σχέδιο διακυβέρνησης –«τι, πώς, με ποιους»– ώστε να μην ταυτιστούν με την αστάθεια ή με μη ρεαλιστικές επιδιώξεις. Κάποια επιτελεία ή αναλυτές επιμένουν να την υποτιμούν, αλλά η παράμετρος της κυβερνησιμότητας θα είναι η πλέον καθοριστική στην τελική ευθεία των εκλογών. Οσο ο λόγος τους δεν απαντά σε αυτό και εξαντλείται σε καταγγελίες κατά της κυβέρνησης και τα δύο «συστημικά» κόμματα θα μένουν καθηλωμένα. Επ’ αυτού δεν πρέπει να υπάρχει πλέον καμία αμφιβολία: όποτε οι τόνοι ανέβαιναν υπέρμετρα, τα ποσοστά τους έμεναν στάσιμα. Η επανάληψη του ίδιου τροπαρίου θα είναι και πάλι ατελέσφορη.
*O κ. Ευτύχης Βαρδουλάκης είναι σύμβουλος στρατηγικής και επικοινωνίας.
Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ


