Του Άγη Βερούτη
Θυμάστε, πριν από χρόνια, μια διαφήμιση όπου κάποιος πήγαινε στο αεροδρόμιο να παραλάβει την εκ Ρωσίας αγαπητικιά του, κρατώντας στο χέρι του μια φωτογραφία της (25χρονου μοντέλου), και εμφανιζόταν μια κοντόχοντρη πενηντάρα, πασαλειμμένη με κραγιόν, που του έλεγε: “Νατάσσσα, γιές, δις λαστ γήαρ”;
Catfishing λέγεται η απάτη όπου κάποιος εμφανίζεται στο διαδίκτυο με μια ταυτότητα που δεν είναι δική του και αφήνει το θύμα να συμπληρώσει μόνο του όσα λείπουν. Συνήθως χρησιμοποιείται για έρωτα ή χρήματα. Όμως, όπως φαίνεται, μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να βάλεις ένα στόρι στην πολιτική ατζέντα μιας ολόκληρης χώρας.
Και το ωραίο είναι ότι το 2026 δεν χρειάζεσαι ούτε τεχνητή νοημοσύνη, ούτε deepfake, ούτε Ρώσους χάκερ σε κάποιο υπόγειο της Αγίας Πετρούπολης. Φτάνει ένα email, αρκεί να γράφει επάνω ένα αξιοπρεπές ονοματεπώνυμο και από κάτω “δικηγόρος”.
Πριν από λίγες ημέρες κυκλοφόρησε καταγγελία προς το ΕΣΡ εναντίον της εταιρείας δημοσκοπήσεων Interview. Ως καταγγέλλων εμφανιζόταν κάποιος “δικηγόρος Άρης Παπαδόπουλος” και υποστήριζε ότι δημοσκόπηση της εταιρείας, η οποία έγραφε στην ταυτότητά της χρόνο διεξαγωγής από 23 έως 28 Σεπτεμβρίου, κυκλοφορούσε ήδη ολοκληρωμένη από το βράδυ της 27ης. Σαν να λέμε δηλαδή ότι, επειδή το απαιτούμενο δείγμα μπορεί να είχε συμπληρωθεί λίγες ώρες νωρίτερα, αυτό από μόνο του αποδεικνύει “στημένη δημοσκόπηση”. Ακόμα και ο πυρήνας της καταγγελίας ήθελε πολύ περισσότερη απόδειξη απ’ όση του ζητήθηκε πριν γίνει είδηση.
Η έρευνα είχε 4.928 συμμετέχοντες. Η καταγγελία είχε ώρες, screenshots, αναφορές στη νομοθεσία, “ψηφιακά πειστήρια” και βαριές εκφράσεις για εξαπάτηση των ψηφοφόρων. Είχε επίσης κοινοποιηθεί στο ΕΣΡ, στον Άρειο Πάγο, στην Προεδρία της Δημοκρατίας, στη Βουλή, στο Γραφείο του Πρωθυπουργού, σε εισαγγελείς, δικηγορικούς συλλόγους, ενώσεις δημοσιογράφων και κόμματα.
Άμα βάλεις αρκετούς σημαντικούς ανθρώπους στην Κοινοποίηση, το email αποκτά γραβάτα φαίνεται.
Το γεγονός, βέβαια, ότι κάποιος στέλνει κάτι στον Άρειο Πάγο δεν σημαίνει ότι ο Άρειος Πάγος το επιβεβαίωσε κιόλας! Ούτε ότι συμφώνησε, ούτε καν ότι το διάβασε. Αν αύριο στείλω στη NASA, με κοινοποίηση στο Χάρβαρντ και στον ΟΗΕ, ότι βρήκα δύο πράσινους εξωγήινους στην πλατεία Βικτωρίας, οι εξωγήινοι δεν αποκτούν μεγαλύτερη επιστημονική υπόσταση. Απλώς το email μου έχει καλό “distribution list”, που λέμε στο χωριό μου.
Τίποτε από τα παραπάνω, όμως, δεν εμπόδισε το ελληνικό μιντιακό σύστημα να καταπιεί την ιστορία σχεδόν αμάσητη.
Η “σοβαρή καταγγελία” έγινε δημοσίευμα, το δημοσίευμα αναπαράχθηκε, ο τίτλος πέρασε από site σε site και κάπου στη διαδρομή εμφανίστηκε ακόμη και η έκφραση “στημένη δημοσκόπηση”. Ένα μέσο το έγραψε, τρία το αντέγραψαν και δέκα το βρήκαν ήδη δημοσιευμένο, οπότε προφανώς κάποιος άλλος θα το είχε ελέγξει.
ΑΧ, ΒΡΕ ΝΑΤΑΣΣΣΑ!!!
Μέχρι το βράδυ η μία πηγή είχε γίνει είκοσι.
Αυτό είναι το σύγχρονο θαύμα του πολλαπλασιασμού των άρτων και των πηγών: μία πηγή μπαίνει στο σύστημα και πενήντα βγαίνουν. Μόνο που οι σαράντα εννέα είναι αντίγραφα της πρώτης.
Ύστερα, ευτυχώς, κάποιος (ο Τσεκούρας) σκέφτηκε να κάνει κάτι τεχνολογικά πρωτόγονο: να ψάξει για τον καταγγέλλοντα!
Το iEidiseis, που είχε δημοσιεύσει την αρχική καταγγελία, άρχισε στη συνέχεια να ερευνά ποιος ακριβώς είναι ο “δικηγόρος Άρης Παπαδόπουλος” και δημοσίευσε ρεπορτάζ για το “πυκνό μυστήριο” γύρω από την ταυτότητά του και τα κρυφά ψηφιακά ίχνη της υπόθεσης. Το κρίσιμο ερώτημα παραμένει εξαιρετικά απλό: ο άνθρωπος που έστειλε την καταγγελία είναι πράγματι αυτός που δηλώνει ότι είναι;
Γιατί, πριν αποφασίσουμε αν μια εταιρεία δημοσκοπήσεων εξαπατά μερικά εκατομμύρια ψηφοφόρους, ίσως θα ήταν χρήσιμο να βεβαιωθούμε ποιος ακριβώς την κατηγορεί.
Ένα τηλέφωνο θα αρκούσε.
Μόνο που εδώ αρχίζει το πραγματικά ενδιαφέρον μέρος της ιστορίας. Γιατί το ερώτημα δεν είναι μόνο ποιος έστειλε το email. Το πολύ πιο χρήσιμο ερώτημα είναι γιατί τόσοι πολλοί ήταν πρόθυμοι να το πιστέψουν.
Οι Ρωμαίοι είχαν μια ωραία ερώτηση γι’ αυτές τις περιπτώσεις: cui bono;
Ποιον ωφελεί;
Δεν λέω ποιος το έκανε, διότι για να κατηγορήσεις κάποιον χρειάζεσαι αποδείξεις (μια παλιομοδίτικη συνήθεια που καλό θα ήταν να διατηρήσουμε). Μπορούμε όμως να δούμε ποιον βόλευε η ιστορία και, κυρίως, γιατί ήταν τόσο εύπεπτη.
Η Interview τα τελευταία χρόνια έχει επενδύσει σημαντικά σε online panel με πολύ μεγάλα δείγματα. Στην επίμαχη δημοσκόπηση είχε 4.928 απαντήσεις, αριθμό πολλαπλάσιο από τα περίπου 1.000-1.300 άτομα που συναντάμε συχνά στις μεγάλες ελληνικές μετρήσεις.
Μεγαλύτερο δείγμα τεχνοκρατικά δεν σημαίνει αυτομάτως καλύτερη δημοσκόπηση. Αν η επιλογή είναι κακή ή η στάθμιση είναι στραβή, μπορείς να ρωτήσεις και ολόκληρη την Πελοπόννησο και πάλι να βγάλεις ανοησίες. Όμως οι 4.928 απαντήσεις παραμένουν 4.928 απαντήσεις και ένα τέτοιο μοντέλο επιτρέπει στην Interview να παράγει μετρήσεις με πολύ μεγαλύτερα δείγματα από εκείνα που είχαμε συνηθίσει και, ως προς το καθαρά δειγματοληπτικό σκέλος, με πολύ μικρότερο θεωρητικό περιθώριο σφάλματος από ένα δείγμα των χιλίων ατόμων.
Αυτό από μόνο του αρκεί για να χαλάσει αρκετές βεβαιότητες στην αγορά. Όταν όμως ξινίζουν και τα αποτελέσματα, το πράγμα αποκτά ακόμα παραπάνω ενδιαφέρον.
Στην επίμαχη μέτρηση η Interview έδινε περίπου 29,6% στη Νέα Δημοκρατία, 15,4% στην ΕΛΑΣ και 14% στο ΠΑΣΟΚ. Το πρόβλημα για όποιον θα ήθελε να αποδείξει ότι αυτή η εικόνα ήταν κάποιο εξωτικό δημιούργημα της Interview είναι ότι περίπου την ίδια εικόνα έβλεπαν και οι υπόλοιποι.
Η Metron Analysis στις 24 Σεπτεμβρίου έδινε στην εκτίμηση ψήφου 30,2% στη ΝΔ, 15,8% στην ΕΛΑΣ και 12,6% στο ΠΑΣΟΚ. Η GPO λίγες ημέρες νωρίτερα είχε 30,3%, 15,8% και 13,1% αντίστοιχα. Δηλαδή και οι δύο έβλεπαν Νέα Δημοκρατία πρώτη, ΕΛΑΣ δεύτερη και ΠΑΣΟΚ τρίτο.
Οπότε η “στημένη” Interview είχε την ΕΛΑΣ στο 15,4%, χαμηλότερα από τη Metron και την GPO.
Αν λοιπόν είχε στήσει τη δημοσκόπηση για να φουσκώσει την ΕΛΑΣ, έκανε μάλλον μέτρια δουλειά.
Και εδώ ακριβώς βρίσκεται το cui bono.
Όταν μια εταιρεία βγάζει πολιτικά αποτελέσματα που ενοχλούν, υπάρχουν δύο τρόποι να την αντιμετωπίσεις. Ο δύσκολος είναι να δείξεις ότι μετράει λάθος: να πάρεις τη μεθοδολογία της, το panel, τις σταθμίσεις, το δείγμα και να αποδείξεις πού βρίσκεται το σφάλμα. Με μαθηματικά και στατιστική.
Ο εύκολος είναι να πεις ότι είναι στημένη.
Ο πρώτος θέλει στοιχεία και στατιστικούς. Ο δεύτερος θέλει αφήγημα και, αν είσαι πονηρούλης, ένα “μούφα email”.
Και δεν χρειάζεται καν όλοι όσοι αναπαράγουν την ιστορία να έχουν το ίδιο ενδιαφέρον. Άλλος μπορεί να θέλει να πλήξει μια εταιρεία, άλλος να απαξιώσει ένα πολιτικό αποτέλεσμα και άλλος απλώς να πάρει τα clicks από μια “στημένη δημοσκόπηση”. Καμία σκοτεινή αίθουσα με δέκα συνωμότες γύρω από ένα τραπέζι δεν είναι απαραίτητη. Αρκεί ο καθένας να σπρώχνει την ίδια ιστορία για τον δικό του λόγο.
Γιατί υπάρχει κάτι ακόμη πιο χρήσιμο από μια πληροφορία που είναι αληθινή: μια πληροφορία που επιβεβαιώνει αυτό που θέλεις ήδη να είναι αληθινό.
Αν πιστεύεις ότι οι δημοσκοπήσεις είναι στημένες, ένα email που γράφει “στημένη δημοσκόπηση” δεν χρειάζεται μεγάλη προσπάθεια για να σε πείσει. Αν το αποτέλεσμα της συγκεκριμένης δημοσκόπησης σε στεναχωρεί πολιτικά, ακόμη καλύτερα. Αν μετά βλέπεις μαζί ΕΣΡ, Άρειο Πάγο, Πρόεδρο της Δημοκρατίας και Εισαγγελία στην κοινοποίηση, γιατί να χαλάσεις μια τόσο ωραία ιστορία με ένα ενοχλητικό τηλεφώνημα εξακρίβωσης; Έλα ντε!
Το πραγματικό catfishing, άλλωστε, έτσι δουλεύει. Ο άλλος δεν χρειάζεται να κατασκευάσει ολόκληρη την ψευδαίσθηση. Σου δίνει μια φωτογραφία, ένα όνομα και δύο πληροφορίες. Τα υπόλοιπα τα φτιάχνεις μόνος σου, επειδή θέλεις να είναι αληθινά.
Κάπως έτσι αποδεικνύεται ότι μπορεί να λειτουργήσει και η ενημέρωση. Δίνεις ένα όνομα, γράφεις ένα “δικηγόρος”, προσθέτεις μερικά άρθρα νόμων, βάζεις μισή Ελληνική Δημοκρατία σε κοινοποίηση και πατάς Send. Αν η ιστορία επιβεβαιώνει κάτι που αρκετοί άνθρωποι επιθυμούν ήδη να πιστέψουν, τότε το ενημερωτικό σύστημα αναλαμβάνει δωρεάν τη διανομή, την αναπαραγωγή και τελικά την πιστοποίησή της από τον ίδιο του τον εαυτό!
Και εμείς ανησυχούμε ότι με την τεχνητή νοημοσύνη θα έρθει η εποχή όπου τα fake news θα γίνουν τόσο πειστικά ώστε κανείς δεν θα μπορεί να ξεχωρίσει την αλήθεια. Χα!
Όπως φαίνεται μάλλον έχουμε υπερεκτιμήσει το πρόβλημα.
Δεν χρειάζεσαι AI για να φτιάξεις μια τέτοια ιστορία. Αρκεί να πεις στους ανθρώπους αυτό που θέλουν ήδη να πιστέψουν και να πατήσεις Send.
Α, ναι, και μερικά μίντια που έχουν ξεχάσει πώς δουλεύει η δημοσιογραφία.
CAPITAL

