Άρθρο γνώμης | Outnews.gr
Σε μια συζήτηση για την ψυχική υγεία στην εργασία, η Ελεονώρα Μελέτη έκρινε απαραίτητο να θέσει το ερώτημα: «Ξέρετε πόσοι εργοδότες εκβιάζονται από αντιεπαγγελματίες εργαζόμενους;» Η αναφορά έγινε στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο πλαίσιο της παρέμβασής της για τους ψυχοκοινωνικούς κινδύνους στον χώρο εργασίας.
Ας αποδώσουμε ολόκληρη την εικόνα: η ευρωβουλευτής της ΝΔ είχε προηγουμένως μιλήσει για παρενόχληση, εκφοβισμό, λεκτική βία και απαξίωση που αντιμετωπίζουν εργαζόμενοι. Αναφέρθηκε επίσης στις πιέσεις που υφίστανται μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Αυτά αποτελούν μέρος της τοποθέτησής της και οφείλουν να καταγραφούν.
Ακριβώς όμως επειδή αναγνώρισε την εργασιακή κακοποίηση, η συνέχεια της παρέμβασής της χρειάζεται ακόμη πιο αυστηρή πολιτική κριτική.
Η λέξη «εκβιασμός» έχει βάρος. Η αντιεπαγγελματική συμπεριφορά, μια διαφωνία, μια δυσκολία συνεργασίας και ο εκβιασμός είναι διαφορετικά πράγματα. Όταν μια πολιτικός τα φέρνει τόσο κοντά, οφείλει να εξηγεί συγκεκριμένα τι εννοεί. Με ποιες περιπτώσεις; Με ποια στοιχεία; Με ποια έκταση του φαινομένου;
Το «ξέρετε πόσοι;» δημιουργεί εντύπωση. Τον αριθμό, όμως, εξακολουθούμε να τον περιμένουμε.
Ένας εργοδότης μπορεί ασφαλώς να υποστεί άδικη ή καταχρηστική συμπεριφορά. Ένας μικρός επαγγελματίας μπορεί να δουλεύει εξαντλητικά και να αγωνιά για την επιβίωση της επιχείρησής του. Η προστασία τους είναι απολύτως θεμιτή. Η συζήτηση, ωστόσο, απαιτεί επίγνωση της διαφορετικής εξουσίας που διαθέτει κάθε πλευρά μέσα στην εργασιακή σχέση.
Ο άνθρωπος που αποφασίζει για μια πρόσληψη ή απόλυση και ο άνθρωπος που εξαρτάται από αυτόν τον μισθό για το νοίκι του βρίσκονται σε διαφορετική θέση. Η αναγνώριση αυτής της ανισορροπίας είναι στοιχειώδης προϋπόθεση για σοβαρή πολιτική υπέρ της εργασίας.
Στη μεταγενέστερη απάντησή της, η κ. Μελέτη υποστήριξε ότι η ομιλία της αποσπάστηκε επιλεκτικά και ότι παραγνωρίστηκε η συμβολή της στον σχετικό φάκελο. Επικαλέστηκε παραδείγματα μικρών επαγγελματιών, επισημαίνοντας ότι εργοδότες δεν είναι μόνο οι επικεφαλής πολυεθνικών. Χρησιμοποίησε, μάλιστα, τον χαρακτηρισμό «φουκαριάρηδες» για όσους κατηγόρησε ότι έκοψαν την ομιλία της.
Ενδιαφέρουσα επιλογή ύφους για μια αντιπαράθεση με αφετηρία τον σεβασμό και την ψυχική υγεία.
Η επίκληση του μικρού καταστηματάρχη αξίζει ουσιαστική συνέχεια: μέτρα που θα βοηθούν την επιχείρησή του να λειτουργεί και τον εργαζόμενό του να ζει αξιοπρεπώς. Το μικρό μαγαζί δεν χρειάζεται να γίνει σκηνικό ενός πολιτικού διαγωνισμού για το ποιος καταπιέζει περισσότερο ποιον.
Και υπάρχει ένα ερώτημα που θα άξιζε να ακουστεί με την ίδια ένταση από το ευρωπαϊκό βήμα:
Πόσοι εργαζόμενοι φοβούνται να αρνηθούν μια απαίτηση που ξεπερνά τα όριά τους;
Πόσοι υπολογίζουν πρώτα τη δόση, το νοίκι και τα έξοδα των παιδιών πριν διαμαρτυρηθούν; Τι προστασία θα έχουν όταν μιλήσουν; Ποιος θα ελέγξει την καταγγελία τους και πόσο γρήγορα;
Εκεί δοκιμάζεται η πολιτική ευαισθησία: στα συγκεκριμένα μέτρα, στους ελέγχους και στην πραγματική δυνατότητα του ανθρώπου να υπερασπιστεί την αξιοπρέπειά του.
Κυρία Μελέτη, όποιος εκβιάζεται πρέπει να προστατεύεται. Και όποιος χρησιμοποιεί τη λέξη «εκβιασμός» από το βήμα του Ευρωκοινοβουλίου πρέπει να τεκμηριώνει την καταγγελία του.
Οι εργαζόμενοι έχουν ήδη αρκετά βάρη. Ας μη χρειάζεται να αποδεικνύουν και ότι το δικαίωμά τους να μιλούν δεν αποτελεί απειλή.

