Εύκολο να κάνεις ερωτήσεις. Δυσκολότερο να έρθει η σειρά σου να απαντήσεις. Ειδικά όταν έχεις συνηθίσει να διαλέγεις ποιον θα στριμώξεις και ποιον θα αφήσεις μονίμως στο απυρόβλητο.
Κάποιοι θα πάνε, λέει. Ποιοι θα πάνε; Πού θα πάνε; Γιατί θα πάνε; Και, κυρίως, τι θα πουν όταν οι ερωτήσεις πάψουν να είναι προσυμφωνημένες;
Γιατί το μικρόφωνο δεν είναι συγχωροχάρτι. Ούτε η δημοσιογραφική ταυτότητα πιστοποιητικό αθωότητας για κάθε συμπεριφορά. Όποιος απαιτεί διαφάνεια από τους άλλους οφείλει να την αντέχει και για τον εαυτό του.
Αν υπάρχουν βρομιές, να βγουν στη φόρα. Με στοιχεία, με ονόματα, με συγκεκριμένες πράξεις. Να μάθει ο κόσμος ποιος έκανε τι. Ποιος υπηρέτησε την ενημέρωση και ποιος, εφόσον αποδειχθεί, τη χρησιμοποίησε για άλλες δουλειές.
Και τότε να δούμε πώς θα δικαιολογηθούν τα αδικαιολόγητα. Πόσο θα αντέξει το «δεν ήξερα», το «δεν κατάλαβα», το «εγώ απλώς μετέφερα». Γιατί όποιος εμφανίζεται να γνωρίζει τα πάντα για όλους δύσκολα πείθει ότι αγνοούσε όσα συνέβαιναν στο δικό του γραφείο.
Η δημοσιογραφία χρειάζεται ανθρώπους που μπορούν να κοιτάξουν τον αναγνώστη στα μάτια. Που δημοσιεύουν τα δυσάρεστα ακόμη κι όταν αφορούν φίλους, συνεργάτες ή χρηματοδότες.
Εντός, εκτός και επί τα αυτά; Ας σταθεί ο καθένας όπου επιλέγει.
Όταν όμως έρθουν οι ερωτήσεις, να μείνει στη θέση του και να απαντήσει. Το μικρόφωνο γράφει και από την άλλη πλευρά.

