Η επίκληση του διεθνούς δικαίου για το Αιγαίο και η αμερικανοτουρκική προσέγγιση κρίνονται στις πράξεις. Για την Αθήνα, οι εύκολες βεβαιότητες είναι κακός σύμβουλος.
Ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν επανέφερε από το βήμα της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ το Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο, επικαλούμενος το διεθνές δίκαιο και τις σχέσεις καλής γειτονίας. Στην ίδια ομιλία, όμως, ζήτησε ξανά διεθνή αναγνώριση του ψευδοκράτους στην κατεχόμενη Κύπρο. Η συνύπαρξη αυτών των θέσεων δίνει και το πραγματικό μέτρο των διακηρύξεών του.
Χρειάζεται, πάντως, μία ουσιαστική διόρθωση: δεν είναι η πρώτη φορά που αναφέρεται στο Αιγαίο από αυτό το βήμα. Ήδη στην ομιλία του το 2022 είχε χρησιμοποιήσει ανάλογη διατύπωση για επίλυση των ζητημάτων στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο με βάση το διεθνές δίκαιο και την καλή γειτονία. Συνεπώς, η φετινή αναφορά δεν αποδεικνύει από μόνη της εγκατάλειψη κάποιας πάγιας τουρκικής «κόκκινης γραμμής».
Το πολιτικό ζήτημα βρίσκεται αλλού: τι ακριβώς περιλαμβάνει η Άγκυρα στη λέξη «ζητήματα»;
Η Αθήνα προσδιορίζει ως αντικείμενο επίλυσης την οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ. Η τουρκική πλευρά προβάλλει ευρύτερη ατζέντα. Επομένως, η κοινή χρήση των λέξεων «διεθνές δίκαιο» δεν σημαίνει ότι οι δύο πλευρές συμφωνούν ούτε στο αντικείμενο ούτε στους όρους της συζήτησης.
Η εμφάνιση της Τουρκίας ως δύναμης διαλόγου μπορεί να ερμηνευτεί ως προσπάθεια ενίσχυσης της διεθνούς αποδοχής των θέσεών της. Δεν αρκεί, όμως, μία ομιλία για να θεωρήσουμε δεδομένο ότι έχει αποφασιστεί νέα κλιμάκωση στο Αιγαίο. Η εκτίμηση κινδύνου χρειάζεται συγκεκριμένες ενέργειες και στοιχεία. Διαφορετικά, η ανάλυση μετατρέπεται σε προφητεία.
Αντίστοιχη προσοχή απαιτείται απέναντι στη σχέση Τραμπ–Ερντογάν. Οι διαβεβαιώσεις περί εξαιρετικής προσωπικής σχέσης δεν αποτελούν συμβόλαιο παράδοσης μαχητικών. Ο Αμερικανός πρέσβης Τομ Μπάρακ μίλησε για τη στρατηγική σημασία της Τουρκίας και την καλή επικοινωνία των δύο προέδρων, αναγνωρίζοντας παράλληλα ότι το ζήτημα των S-400 και των σχετικών αμερικανικών περιορισμών παραμένει αντικείμενο διαχείρισης.
Αυτό, ωστόσο, δεν τεκμηριώνει ότι ο Τραμπ «δουλεύει» τον Ερντογάν. Δείχνει την απόσταση που μπορεί να υπάρχει ανάμεσα στην πολιτική προσέγγιση και στην ολοκλήρωση συγκεκριμένων συμφωνιών.
Κυρίως, δεν πρέπει να μπαίνουν τα F-35 και οι κινητήρες του KAAN στο ίδιο καλάθι. Για τους κινητήρες F110, τον Ιούλιο του 2026 δημοσιοποιήθηκε ότι ολοκληρώθηκε χωρίς αντίρρηση η σχετική περίοδος εξέτασης στο Κογκρέσο. Ο επικεφαλής της Turkish Aerospace δήλωσε επίσης ότι είχε εξασφαλιστεί η άδεια εξαγωγής. Οι πληροφορίες αυτές δεν ισοδυναμούν με ολοκληρωμένες παραδόσεις, αλλά δεν επιτρέπουν να παρουσιάζεται ως δεδομένο ένα καθολικό αμερικανικό μπλόκο.
Για την Ελλάδα, το συμπέρασμα πρέπει να είναι πρακτικό. Χρειάζεται παρακολούθηση των εγκρίσεων, των συμβάσεων και των πραγματικών παραδόσεων, μαζί με σταθερή υπεράσπιση των ελληνικών θέσεων. Η εξωτερική πολιτική δεν μπορεί να στηρίζεται στην προσδοκία ότι κάποιος τρίτος θα απογοητεύσει την Άγκυρα για λογαριασμό μας.
Τα μεγάλα λόγια πράγματι δεν αρκούν. Αυτό ισχύει για τις διακηρύξεις καλής γειτονίας του Ερντογάν, για τις φιλοφρονήσεις της Ουάσιγκτον και για τις δικές μας καθησυχαστικές ερμηνείες. Το πραγματικό μέτρο είναι οι πράξεις.

