Η υπόθεση Μαζωνάκη πυροδότησε αντιπαράθεση για την προστασία των ασθενών, τις ευθύνες της Πολιτείας και την επιστημονική τεκμηρίωση των θεραπευτικών ισχυρισμών.
Στο ζήτημα των ελέγχων στον χώρο της Υγείας έστρεψε τη συζήτηση η Μαρία Καρυστιανού, απαντώντας στην κριτική του Άδωνι Γεωργιάδη για τις αναφορές της στην κβαντική τεχνολογία. Με αφορμή την υπόθεση θανάτου του Γιώργου Μαζωνάκη, η πρόεδρος του κινήματος «Ελπίδα για τη Δημοκρατία» υποστήριξε ότι η Πολιτεία οφείλει να εγγυάται τη νομιμότητα των ιατρείων και των πράξεων που πραγματοποιούνται σε αυτά.
Μιλώντας στην εκπομπή «Τώρα μαζί», έθεσε ένα συγκεκριμένο ερώτημα: μπορεί ο ασθενής να επωμίζεται την ευθύνη να εξακριβώνει μόνος του εάν ένας επαγγελματίας διαθέτει τις απαραίτητες άδειες και εάν επιτρέπεται να πραγματοποιεί τις υπηρεσίες που διαφημίζει;
Κατά την ίδια, οι συστάσεις προς τους πολίτες να προσέχουν πού απευθύνονται δεν επαρκούν. Ζήτησε ουσιαστική εποπτεία και ελέγχους, επιμένοντας ότι ο πολίτης δεν μπορεί να καλείται να λειτουργεί ως ερευνητής προτού αναζητήσει ιατρική φροντίδα.
Η κριτική της επεκτάθηκε στη λειτουργία του ΕΣΥ, στα προβλήματα γιατρών και νοσηλευτών και στις συνθήκες περίθαλψης. Υποστήριξε ακόμη ότι υπάρχουν νοσοκομεία που λειτουργούν υπό επικίνδυνες συνθήκες και τα χαρακτήρισε παράνομα. Πρόκειται για δική της καταγγελία: στο παρατιθέμενο απόσπασμα δεν κατονομάζονται συγκεκριμένα νοσοκομεία ούτε παρουσιάζονται πορίσματα που να τεκμηριώνουν αυτόν τον χαρακτηρισμό.
Απαντώντας στον χαρακτηρισμό «κβαντική ιατρός», η κ. Καρυστιανού επικαλέστηκε τις εφαρμογές της κβαντικής φυσικής στην τεχνολογία. Αναφέρθηκε στους υπολογιστές, στους αισθητήρες, στα λέιζερ και στη μαγνητική τομογραφία, υποστηρίζοντας ότι η άγνοια γύρω από έναν επιστημονικό τομέα δεν δικαιολογεί την απαξίωσή του.
Σε αυτό το σημείο, όμως, απαιτείται σαφής επιστημονική διάκριση. Η μαγνητική τομογραφία αποτελεί καθιερωμένη διαγνωστική τεχνολογία, η οποία αξιοποιεί τη συμπεριφορά των πρωτονίων σε μαγνητικό πεδίο και την απόκρισή τους σε ραδιοσυχνότητες.
Η ύπαρξη τέτοιων εφαρμογών δεν συνιστά από μόνη της απόδειξη αποτελεσματικότητας για οποιαδήποτε μέθοδο προβάλλεται με την ονομασία «κβαντική ιατρική». Κάθε θεραπευτική πρόταση χρειάζεται συγκεκριμένα στοιχεία για την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητά της.
Η κ. Καρυστιανού προχώρησε επίσης στην πρόβλεψη ότι μελλοντικοί «κβαντικοί» τομογράφοι θα διαθέτουν 100.000 φορές μεγαλύτερη ευκρίνεια στον εντοπισμό καρκινικών κυττάρων και δυνατότητα θεραπείας. Στο διαθέσιμο υλικό δεν προσδιορίζονται η μελέτη, η συσκευή ή τα κλινικά δεδομένα που στηρίζουν τον συγκεκριμένο αριθμό και τη θεραπευτική υπόσχεση. Επομένως, η αναφορά αποδίδεται στην ίδια και δεν μπορεί να παρουσιαστεί ως αποδεδειγμένη ιατρική δυνατότητα.
Η αντιπαράθεση απέκτησε και προσωπικούς τόνους, όταν η κ. Καρυστιανού επανέφερε την παλαιότερη προώθηση νανογιλέκων από τον υπουργό. Του απέδωσε ισχυρισμούς περί θεραπείας ασθενειών και ζήτησε εξηγήσεις για την τεκμηρίωσή τους.
Σε μεταγενέστερη απάντησή του, ο κ. Γεωργιάδης αμφισβήτησε την επιστημονική υπόσταση της «κβαντικής ιατρικής εξειδίκευσης» και αρνήθηκε ότι είχε κάνει τις δηλώσεις για τα νανογιλέκα που του αποδόθηκαν.
Για τον χαρακτηρισμό «ολιστική παιδίατρος», η κ. Καρυστιανού εξήγησε ότι εννοεί τη συνολική αντιμετώπιση του παιδιού, με έμφαση και στην πρόληψη. Η αναφορά της σε «ενίσχυση του ανοσοποιητικού» δεν συνοδεύτηκε στο απόσπασμα από περιγραφή συγκεκριμένης παρέμβασης, ώστε να μπορεί να αξιολογηθεί επιστημονικά.
Το ουσιαστικό ζητούμενο παραμένει η προστασία των ασθενών. Η δημόσια συζήτηση χρειάζεται απαντήσεις για το ποιος ελέγχει, τι ελέγχει και πώς αντιμετωπίζονται οι μη τεκμηριωμένες θεραπευτικές υποσχέσεις. Η θεσμική λογοδοσία και η επιστημονική τεκμηρίωση αποτελούν απαιτήσεις που αφορούν όλους όσοι παρεμβαίνουν στον χώρο της Υγείας.

