Η μαρτυρία του Βασίλη Βιλιάρδου δεν περιγράφει μόνο πολύωρη αναμονή· αποτυπώνει ένα σύστημα που ζητά από τον ασθενή να γίνει μόνος του υπάλληλος, συντονιστής και οδηγός μέσα στα Επείγοντα
Μπαίνεις σε ένα από τα μεγαλύτερα νοσοκομεία της χώρας για να εξεταστείς και, πριν συναντήσεις γιατρό, γνωρίζεις ολόκληρη τη συλλογή της ελληνικής γραφειοκρατίας.
Παίρνεις αριθμό. Περιμένεις την οθόνη. Πηγαίνεις σε μια θυρίδα. Παραλαμβάνεις χαρτί για άλλη θυρίδα. Δίνεις ξανά τα στοιχεία σου. Φοράς χάρτινο βραχιολάκι. Στέκεσαι σε ουρά μπροστά σε έναν εργαζόμενο της εταιρείας φύλαξης, ο οποίος καταγράφει τον αριθμό σου σε ένα πρόχειρο χαρτί και σου λέει να περιμένεις μέχρι να σε φωνάξουν.
Πού θα περιμένεις; Ποιος θα σε φωνάξει; Σε ποιο στάδιο βρίσκεται το περιστατικό σου; Κανείς δεν φαίνεται να γνωρίζει.
Αυτό περιγράφει ο Βασίλης Βιλιάρδος σε δημόσια ανάρτησή του για νυχτερινή επίσκεψη στα Επείγοντα του ΚΑΤ, με αφορμή ορθοπεδικό πρόβλημα στο νύχι του ποδιού. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του, ενημερώθηκε τελικά ότι η αναμονή θα μπορούσε να διαρκέσει από τέσσερις έως επτά ώρες και αποχώρησε χωρίς να εξεταστεί.
Η καταγγελία αποτελεί προσωπική μαρτυρία και τα επιμέρους περιστατικά της οφείλει να τα ελέγξει και να τα απαντήσει η διοίκηση του νοσοκομείου. Η εικόνα που μεταφέρει, όμως, είναι τόσο γνώριμη σε χιλιάδες πολίτες, ώστε δύσκολα μπορεί να απορριφθεί με τη βολική ταμπέλα της «μιζέριας».
Το πρόβλημα δεν είναι ότι προηγείται το πραγματικά επείγον
Ας ξεκαθαριστεί το αυτονόητο. Τα Επείγοντα δεν λειτουργούν με σειρά προτεραιότητας σούπερ μάρκετ. Ο ασθενής που κινδυνεύει προηγείται εκείνου που μπορεί να περιμένει. Η διαλογή είναι αναγκαία και η πολύωρη αναμονή ενός μη απειλητικού περιστατικού μπορεί, σε συνθήκες εφημερίας, να είναι αναπόφευκτη.
Αλλά η διαλογή δεν σημαίνει εξαφάνιση του ασθενούς μέσα σε έναν διοικητικό λαβύρινθο.
Ο πολίτης δικαιούται να γνωρίζει πού περιμένει, ποια υπηρεσία έχει αναλάβει το περιστατικό του, με ποιον τρόπο θα κληθεί και τι πρέπει να κάνει αν αποφασίσει να αποχωρήσει. Δεν ζητά διάγνωση από τον υπάλληλο φύλαξης. Ζητά στοιχειώδη ενημέρωση από ένα οργανωμένο νοσοκομείο.
Όταν κανείς δεν μπορεί να του εξηγήσει τη διαδικασία, το πρόβλημα δεν είναι η ιατρική προτεραιοποίηση. Είναι η διοικητική αποδιοργάνωση.
Ο άνθρωπος της Security δεν είναι ο ένοχος – Είναι η εικόνα του συστήματος
Το πιο αποκαλυπτικό στοιχείο της μαρτυρίας είναι ο εργαζόμενος της εταιρείας φύλαξης: ιδρωμένος, εκνευρισμένος, καθισμένος σε μια καρέκλα στη μέση του διαδρόμου, με ένα μουτζουρωμένο χαρτί μπροστά του και μια ευθύνη που προφανώς δεν αντιστοιχεί ούτε στην ειδικότητα ούτε στην αρμοδιότητά του.
Ο συγκεκριμένος εργαζόμενος δεν είναι ο υπεύθυνος για την κατάσταση. Είναι και ο ίδιος εγκλωβισμένος σε αυτήν.
Το σύστημα τον τοποθετεί στο σημείο επαφής με δεκάδες αγχωμένους ανθρώπους, χωρίς σαφείς πληροφορίες, χωρίς πραγματική εξουσιοδότηση και χωρίς τα εργαλεία για να τους κατευθύνει. Έπειτα αφήνει τον πολίτη να θυμώνει μαζί του και εκείνον να απολογείται για αποφάσεις που δεν πήρε.
Είναι η τέλεια ελληνική πατέντα: η διοίκηση παραμένει αόρατη και η ευθύνη κατεβαίνει μέχρι τον τελευταίο εργαζόμενο του διαδρόμου.
Το ΚΑΤ γνωρίζει τον τεράστιο φόρτο – Άρα δεν δικαιούται τον αυτοσχεδιασμό
Στην επίσημη ιστοσελίδα του, το ΚΑΤ αναφέρει ότι μόνο το 2022 το Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών διαχειρίστηκε 89.264 ασθενείς, από τους οποίους 21.379 εισήχθησαν στο νοσοκομείο. Αναφέρει επίσης ότι διαθέτει ιατρείο διαλογής και περιπατητικό ορθοπεδικό ιατρείο ταχείας εξυπηρέτησης.
Ακριβώς επειδή ο φόρτος είναι τεράστιος, η διαδικασία δεν μπορεί να στηρίζεται σε πρόχειρα χαρτιά, ασαφείς οδηγίες και ανθρώπους που δηλώνουν ότι «δεν ξέρουν».
Οι οθόνες, τα βραχιολάκια και οι αριθμοί δεν αποτελούν από μόνα τους εκσυγχρονισμό. Αν ο ασθενής παραμένει χαμένος στον διάδρομο, η ψηφιοποίηση είναι απλώς η ηλεκτρονική βιτρίνα της ίδιας παλιάς εγκατάλειψης.
Αριθμός χωρίς ενημέρωση δεν είναι οργάνωση. Βραχιολάκι χωρίς παρακολούθηση δεν είναι φροντίδα. Και ένας εργαζόμενος της φύλαξης με πρόχειρο κατάλογο δεν μπορεί να βαφτίζεται σύστημα διαχείρισης ασθενών.
Η «αναβάθμιση» του ΕΣΥ τελειώνει εκεί όπου αρχίζει η εφημερία
Στις τηλεοπτικές δηλώσεις, το ΕΣΥ ανακαινίζεται, ψηφιοποιείται και αλλάζει εποχή. Στους διαδρόμους των νοσοκομείων, όμως, η μεγάλη μεταρρύθμιση συχνά καταλήγει σε μια καρέκλα, ένα χαρτί και την οδηγία «περιμένετε».
Κανείς δεν μηδενίζει τη μάχη των γιατρών, των νοσηλευτών και των διοικητικών υπαλλήλων. Αντίθετα, η εικόνα καταπονημένων εργαζομένων αποτελεί την πιο καθαρή απόδειξη ότι το σύστημα λειτουργεί στα όριά του και συχνά επιβιώνει χάρη στο προσωπικό του, όχι χάρη στην οργάνωσή του.
Η κυβέρνηση και το υπουργείο Υγείας δεν κρίνονται από τις κορδέλες, τις εφαρμογές και τις παρουσιάσεις. Κρίνονται στις δύο τα ξημερώματα, όταν ο πολίτης δεν ξέρει πού να σταθεί και ο εργαζόμενος δεν ξέρει τι να του απαντήσει.
Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι γιατί οι Έλληνες παραπονιούνται. Το ερώτημα είναι πόση ταλαιπωρία πρέπει να βαφτιστεί «κανονικότητα» μέχρι να θεωρηθεί επιτέλους πολιτική ντροπή.

