Από την επίσημη απόδοση ευθύνης και το κλείσιμο ρωσικού προξενείου στις απειλές της Μόσχας – Το κρίσιμο κενό παραμένει ο φάκελος αποδείξεων που το Βερολίνο λέει ότι διαθέτει, αλλά δεν έχει δημοσιοποιήσει
Δεν εκτοξεύθηκε πύραυλος και δεν πέρασαν στρατεύματα τα σύνορα. Ένα drone με εκρηκτικό μηχανισμό, το οποίο εντοπίστηκε κοντά σε ουκρανικό αεροσκάφος στο αεροδρόμιο Λειψίας–Χάλε και εξουδετερώθηκε, ήταν αρκετό για να οδηγήσει τις σχέσεις Γερμανίας και Ρωσίας σε ένα νέο και επικίνδυνο σημείο.
Σχεδόν έναν μήνα μετά το περιστατικό της 4ης Αυγούστου, το Βερολίνο πέρασε από τις υποψίες στην επίσημη κατηγορία: η κυβέρνηση του Φρίντριχ Μερτς ανακοίνωσε ότι θεωρεί τη Ρωσία υπεύθυνη για την απόπειρα επίθεσης και ενεργοποίησε διπλωματικά και πολιτικά αντίμετρα.
Η Μόσχα απέρριψε κατηγορηματικά την κατηγορία, μίλησε για κατασκευασμένη πρόκληση και προειδοποίησε ότι η γερμανική απάντηση δεν θα μείνει χωρίς συνέπειες. Έτσι, ένα περιστατικό που δεν προκάλεσε ανθρώπινες απώλειες μετατράπηκε σε ανοιχτή σύγκρουση απόδοσης ευθύνης, κυρώσεων και απειλών για αντίποινα.
Αυτό ακριβώς είναι το περιβάλλον του υβριδικού πολέμου: η ζημιά σχεδιάζεται να είναι πραγματική, ο εντολέας να παραμένει στη σκιά και η απάντηση του αντιπάλου να κινείται σε μια γκρίζα ζώνη ανάμεσα στη διπλωματία και στην πολεμική ενέργεια.
Τι λέει ότι βρήκε η Γερμανία
Ο Γερμανός υπουργός Εσωτερικών Αλεξάντερ Ντόμπριντ υποστήριξε ότι η διαμόρφωση του drone, τα εξαρτήματα, η εκρηκτική ύλη και ο πυροκροτητής παραπέμπουν σε μέσα που έχουν εμφανιστεί σε άλλες ρωσικές υβριδικές επιχειρήσεις και στον πόλεμο κατά της Ουκρανίας.
Παράλληλα, επικαλέστηκε πληροφορίες σύμφωνα με τις οποίες άνθρωποι που συμμετείχαν στην επιχείρηση ενεργούσαν για λογαριασμό ρωσικών κρατικών φορέων. Κατά τη διατύπωση του Βερολίνου, ο συνδυασμός αστυνομικής έρευνας, επιχειρησιακού προτύπου και πληροφοριών ασφαλείας θεμελιώνει τη ρωσική ευθύνη.
Υπάρχει, όμως, μια αναγκαία διάκριση. Η γερμανική κυβέρνηση δηλώνει ότι διαθέτει αποδείξεις, αλλά μέχρι στιγμής δεν έχει δημοσιοποιήσει το πλήρες αποδεικτικό υλικό. Δεν έχει κατονομαστεί συγκεκριμένη ρωσική υπηρεσία, δεν έχουν παρουσιαστεί οι φερόμενοι εντολείς και δεν έχει αποκαλυφθεί η αλυσίδα που συνδέει τους χαμηλόβαθμους εκτελεστές με το ρωσικό κράτος.
Αυτό δεν αποδεικνύει ότι τα στοιχεία δεν υπάρχουν. Σημαίνει, όμως, ότι η κοινή γνώμη και ανεξάρτητοι παρατηρητές δεν μπορούν ακόμη να αξιολογήσουν ολόκληρη τη διαδρομή της απόδοσης ευθύνης. Στις υβριδικές επιχειρήσεις μεγάλο μέρος των πληροφοριών παραμένει αναγκαστικά απόρρητο. Όταν, όμως, πάνω σε αυτές τις πληροφορίες στηρίζονται κυρώσεις και διπλωματικά αντίποινα, η ανάγκη δημοσιοποίησης του μέγιστου δυνατού μέρους των τεκμηρίων γίνεται πολιτική υποχρέωση.
Τα αντίμετρα και η απειλή της Μόσχας
Η Γερμανία ανακοίνωσε το κλείσιμο του ρωσικού γενικού προξενείου στη Βόννη από τις 18 Σεπτεμβρίου και την καταγγελία της συμφωνίας για τη λειτουργία του Ρωσικού Οίκου στο Βερολίνο. Κάλεσε επίσης τον Ρώσο πρέσβη στο υπουργείο Εξωτερικών και προανήγγειλε ευρωπαϊκή πίεση για νέες καταχωρίσεις προσώπων στους καταλόγους κυρώσεων, αυστηρότερους ελέγχους εισόδου και πρόσθετα μέτρα κατά του λεγόμενου «σκιώδους στόλου» της Ρωσίας.
Η απάντηση είναι υπολογισμένη. Δεν αποτελεί στρατιωτικό πλήγμα, αλλά δεν είναι ούτε συμβολική διαμαρτυρία. Περιορίζει τη ρωσική διπλωματική και πολιτιστική παρουσία, αυξάνει το κόστος μετακίνησης και επιχειρεί να μεταφέρει τη διμερή σύγκρουση στο επίπεδο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η ρωσική πρεσβεία χαρακτήρισε τις κατηγορίες παράλογες και αβάσιμες, μίλησε για πρωτοφανή κλιμάκωση και προειδοποίησε ότι θα υπάρξουν συνέπειες για τις οποίες θα ευθύνεται το Βερολίνο. Το Κρεμλίνο επιμένει ότι δεν παρουσιάστηκαν πειστικές αποδείξεις.
Η διάψευση της Μόσχας δεν αποτελεί από μόνη της τεκμήριο αθωότητας. Όπως και η βεβαιότητα των συμμάχων της Γερμανίας δεν αποτελεί από μόνη της ανεξάρτητη απόδειξη ενοχής. Αυτή είναι η δύσκολη ισορροπία που χάνεται εύκολα μέσα στον πολιτικό θόρυβο.
Το ΝΑΤΟ έκλεισε αμέσως τις γραμμές
Ο γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ Μαρκ Ρούτε δήλωσε ότι τα στοιχεία είναι σαφή και εξέφρασε την πλήρη αλληλεγγύη της Συμμαχίας προς τη Γερμανία. Η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν και Ευρωπαίοι ηγέτες συντάχθηκαν επίσης με το Βερολίνο, μετατρέποντας την υπόθεση από ρωσογερμανική διαφορά σε ζήτημα συλλογικής ευρωπαϊκής ασφάλειας.
Στην ίδια γραμμή κινήθηκε και ο Κυριάκος Μητσοτάκης. Ο Έλληνας πρωθυπουργός εξέφρασε πλήρη αλληλεγγύη προς τη Γερμανία και υιοθέτησε τη διατύπωση περί «ρωσικής υβριδικής επίθεσης», τονίζοντας ότι οι προσπάθειες εκφοβισμού των δημοκρατιών δεν θα πετύχουν.
Η Αθήνα, δηλαδή, δεν περιορίστηκε να στηρίξει το δικαίωμα της Γερμανίας να ερευνήσει και να προστατευθεί. Υιοθέτησε ως δεδομένο το γερμανικό συμπέρασμα, χωρίς να έχει παρουσιαστεί δημόσια κάποια ξεχωριστή ελληνική αξιολόγηση. Πρόκειται για σαφή συμμαχική επιλογή, με το πολιτικό βάρος που αυτή συνεπάγεται εάν το σπιράλ των αντιποίνων συνεχιστεί.
Η κάλπη που βαραίνει τη συγκυρία
Η ανακοίνωση έγινε λίγες ημέρες πριν από τις εκλογές της 6ης Σεπτεμβρίου στη Σαξονία–Άνχαλτ, όπου η AfD, κόμμα που ζητά στενότερες σχέσεις με τη Μόσχα, καταγράφει ισχυρό προβάδισμα. Σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλείται το Reuters, η AfD βρισκόταν περίπου στο 40%, έναντι 23% των Χριστιανοδημοκρατών του Μερτς.
Η χρονική συγκυρία δεν ακυρώνει τα ευρήματα της έρευνας. Ενισχύει, όμως, την πολιτική τους επίδραση. Η Μόσχα θα επιχειρήσει να παρουσιάσει την κατηγορία ως εργαλείο εσωτερικής συσπείρωσης, ενώ το Βερολίνο θα τη χρησιμοποιήσει ως απόδειξη ότι η ρωσική απειλή δεν περιορίζεται στο ουκρανικό μέτωπο.
Το γερμανικό υπουργικό συμβούλιο έχει ήδη εγκρίνει σχέδια για διεύρυνση των δυνατοτήτων των υπηρεσιών πληροφοριών απέναντι σε δολιοφθορές και κυβερνοεπιθέσεις, με την κοινοβουλευτική έγκριση να εκκρεμεί. Η Λειψία μπορεί, επομένως, να λειτουργήσει ως επιταχυντής μιας βαθύτερης αλλαγής: η Γερμανία δεν θα αρκείται πλέον στην άμυνα, αλλά θα διεκδικεί δυνατότητα ενεργού εξουδετέρωσης υβριδικών απειλών.
Η γκρίζα ζώνη γίνεται όλο και πιο σκοτεινή
Η Ευρώπη οφείλει να κρατήσει δύο γραμμές ταυτόχρονα. Δεν μπορεί να κανονικοποιήσει δολιοφθορές, εκρηκτικούς μηχανισμούς και επιχειρήσεις μέσω αναλώσιμων εκτελεστών. Δεν μπορεί, όμως, και να αντικαταστήσει την τεκμηρίωση με τη συμμαχική εμπιστοσύνη ή την πολιτική βεβαιότητα.
Το Βερολίνο έχει την ευθύνη να παρουσιάσει όσα περισσότερα στοιχεία μπορεί χωρίς να εκθέσει πηγές και επιχειρησιακές μεθόδους. Η Μόσχα έχει την ευθύνη των δικών της πράξεων και δεν απαλλάσσεται επειδή απλώς τις αρνείται. Και οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, ανάμεσά τους και η ελληνική, οφείλουν να εξηγήσουν με ποια κριτήρια μια εθνική απόδοση ευθύνης μετατρέπεται σε συλλογική ευρωπαϊκή θέση.
Διότι το πραγματικό πρόβλημα της εποχής του «ούτε ειρήνη, ούτε πόλεμος» είναι ότι κάθε αντίποινο μπορεί να παρουσιαστεί ως άμυνα και κάθε νέα πρόκληση ως απάντηση στην προηγούμενη. Αν δεν υπάρξουν καθαρά τεκμήρια, κοινά όρια και ελεγχόμενοι μηχανισμοί αντίδρασης, το ακήρυχτο μέτωπο δεν θα μείνει για πολύ ακήρυχτο.

