Η συζήτηση για νέο κόμμα Σαμαρά θέτει ζήτημα εκπροσώπησης στον χώρο της Δεξιάς. Η απάντηση χρειάζεται πολιτική ουσία, όχι διαβεβαιώσεις περί παντοδυναμίας.
Το πραγματικό πρόβλημα για τον Κυριάκο Μητσοτάκη θα αρχίσει τη στιγμή που αρκετοί από τους ψηφοφόρους του θα πάψουν να θεωρούν την παραμονή του στην εξουσία μονόδρομο. Εκεί δοκιμάζεται κάθε κυβέρνηση: όταν η προειδοποίηση για το τι θα συμβεί αν φύγει δεν αρκεί πλέον ως επιχείρημα για να μείνει.
Η συζήτηση γύρω από μια νέα πολιτική κίνηση του Αντώνη Σαμαρά αγγίζει ακριβώς αυτό το σημείο. Ο πρώην πρωθυπουργός έχει δημοσίως αφήσει ανοιχτό το ενδεχόμενο, υποστηρίζοντας ότι υπάρχει κενό εκπροσώπησης στην κεντροδεξιά. Πρόκειται για ευθεία αμφισβήτηση της ικανότητας της σημερινής ηγεσίας να εκφράζει ολόκληρο αυτόν τον χώρο.
Το αν αυτή η αμφισβήτηση μπορεί να μετατραπεί σε ισχυρό εκλογικό ρεύμα παραμένει ανοιχτό. Η πολιτική εμπειρία, η αναγνωρισιμότητα και οι επαφές δίνουν δυνατότητες. Δεν εξασφαλίζουν αυτομάτως ψήφους, συνοχή και κυβερνητική προοπτική.
Χρειάζεται, συνεπώς, καθαρή κουβέντα και για τους αριθμούς. Στη δημοσιευμένη μέτρηση της MRB που εξετάστηκε, η ΝΔ καταγράφει 23,8% στην πρόθεση ψήφου και 29% στην εκτίμηση ψήφου. Η ίδια παρουσίαση αναφέρει ενίσχυση περίπου μίας μονάδας σε σχέση με την προηγούμενη μέτρηση. Επομένως, το συγκεκριμένο εύρημα δεν αποδεικνύει από μόνο του κατηφόρα προς το 20%.
Αντίστοιχα, σε δημοσιευμένη παρουσίαση έρευνας της GPO, το 12,3% αφορά όσους θεωρούν πολύ πιθανό να ψηφίσουν ενδεχόμενο κόμμα Σαμαρά, ενώ η άμεση πρόθεση ψήφου αναφέρεται στο 4,6%. Πρόκειται για διαφορετικά μεγέθη. Η πολιτική κριτική χάνει την αξιοπιστία της όταν τα μεταχειρίζεται σαν να είναι το ίδιο.
Αυτό, όμως, δεν χαρίζει πολιτική ασυλία στο Μαξίμου. Κάθε ηγεσία που διεκδικεί την εμπιστοσύνη των πολιτών οφείλει να εξηγεί τι προσφέρει και ποιες δεσμεύσεις αναλαμβάνει. Η κομματική πειθαρχία αφορά τα στελέχη. Ο ψηφοφόρος διατηρεί πάντοτε το δικαίωμα να φύγει, να διαφωνήσει και να αναζητήσει άλλη εκπροσώπηση.
Εφόσον ο Σαμαράς προχωρήσει σε νέο κόμμα, το ουσιαστικό ερώτημα θα αφορά το περιεχόμενό του. Ποια οικονομική πολιτική προτείνει; Πώς συνδέει τις θέσεις του για τα εθνικά ζητήματα με ένα εφαρμόσιμο σχέδιο; Με ποιους θα συνεργαστεί και με ποιους όρους; Οι πολίτες δικαιούνται συγκεκριμένες απαντήσεις πριν τους ζητηθεί να επενδύσουν σε έναν ακόμη πολιτικό φορέα.
Το ίδιο ισχύει για κάθε δύναμη της αντιπολίτευσης. Η δυσαρέσκεια απέναντι στην κυβέρνηση μπορεί να ανοίξει μια πόρτα. Για να περάσει κάποιος από αυτήν χρειάζεται πρόγραμμα, αξιοπιστία και ανθρώπους που αντέχουν στον έλεγχο. Καμία δημοσκοπική ένδειξη δεν αποτελεί προκαταβολική εντολή διακυβέρνησης.
Γι’ αυτό και οι βεβαιότητες ότι κάποιος έχει ήδη εξασφαλίσει την είσοδό του στη Βουλή ή ότι θα επιλέξει τον επόμενο πρωθυπουργό είναι πρόωρες. Οι συσχετισμοί θα κριθούν στην κάλπη και οι συνεργασίες από τις πραγματικές πολιτικές και κοινοβουλευτικές δυνατότητες.
Όσο για τις προβλέψεις περί κυβερνητικής κατάρρευσης μέχρι το τέλος του φθινοπώρου, χωρίς συγκεκριμένα τεκμήρια παραμένουν προβλέψεις. Δεν ενισχύεται ένα άρθρο επειδή παρουσιάζει την επιθυμία ως πληροφορία.
Η αυστηρότερη κριτική προς τον Κυριάκο Μητσοτάκη μπορεί να διατυπωθεί χωρίς φανταστικές δημοσκοπήσεις και προαναγγελθείσες ανατροπές: η εξουσία απαιτεί διαρκή λογοδοσία. Κάθε κυβέρνηση κρίνεται για το αποτέλεσμα της πολιτικής της και κάθε πρωθυπουργός οφείλει να πείθει ξανά.
Το τέλος μιας πολιτικής κυριαρχίας δεν ανακοινώνεται με θαυμαστικό. Το αποφασίζουν οι πολίτες. Και κανένας κομματικός μηχανισμός δεν δικαιούται να θεωρεί την απόφασή τους προεξοφλημένη.

