Η πικρή διαδρομή από τον αγώνα για την ελευθερία στην εξουσία που θεωρεί το κράτος ιδιοκτησία της.
Άρθρο γνώμης — Γράφει ο Ευάγγελος Λιαμπότης
«Την Ελλάδα την ελευθέρωσαν οι αρματολοί και οι κλέφτες. Το πρόβλημα είναι ότι μετά την ανέλαβαν οι αμαρτωλοί και οι κλέφτες».
Το λογοπαίγνιο προκαλεί χαμόγελο. Ύστερα αφήνει μια πικρή γεύση, γιατί αγγίζει μια βαθιά πολιτική απογοήτευση: την αίσθηση ότι ο πολίτης καλείται διαρκώς να υπηρετεί ένα κράτος που δυσκολεύεται να υπηρετήσει εκείνον.
Οι κλέφτες και οι αρματολοί της Επανάστασης έχουν τη δική τους ιστορική θέση. Η σημερινή χρήση των λέξεων ανήκει στην πολιτική σάτιρα. Και η σάτιρα εδώ σημαδεύει μια νοοτροπία εξουσίας: εκείνη που αντιμετωπίζει το δημόσιο αξίωμα ως προσωπικό κτήμα και το δημόσιο χρήμα ως δικαίωμα διαχείρισης χωρίς ενοχλητικές ερωτήσεις.
Η νοοτροπία αυτή αποκαλύπτεται κάθε φορά που ένας αιρετός παρουσιάζει μια υποχρέωσή του σαν χάρη. Όταν ζητά ευγνωμοσύνη για ένα έργο που πληρώνουν οι φορολογούμενοι. Όταν θεωρεί την κριτική αχαριστία και την απαίτηση ενημέρωσης προσωπική επίθεση.
Ο δρόμος, το σχολείο, το νερό, η καθαριότητα αποκτούν έτσι έναν παράδοξο ιδιοκτήτη: το πρόσωπο που φωτογραφίζεται δίπλα τους. Ο πολίτης έχει πληρώσει, έχει περιμένει, έχει ταλαιπωρηθεί και στο τέλος καλείται να χειροκροτήσει την παράδοση του αυτονόητου.
Από εκεί αρχίζει η πολιτική παρακμή: από την απαίτηση να χρωστάς χάρη για όσα δικαιούσαι.
Το επόμενο βήμα είναι ακόμη πιο επικίνδυνο. Η πρόσβαση σε μια υπηρεσία περνά από το «ποιον γνωρίζεις». Το αίτημα μετατρέπεται σε προσωπική εξυπηρέτηση. Η εξυπηρέτηση δημιουργεί υποχρέωση. Και η υποχρέωση επιστρέφει κάποτε ως ψήφος, ως σιωπή, ως ανοχή.
Έτσι αναπαράγεται η πελατειακή σχέση. Με μικρές καθημερινές παραχωρήσεις που σταδιακά κάνουν την ανισότητα να μοιάζει φυσιολογική. Ο ένας περιμένει στην ουρά και ο άλλος αναζητά την πίσω πόρτα. Όσο η πίσω πόρτα λειτουργεί, η ουρά μεγαλώνει.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η πιο βολική φράση είναι το «όλοι ίδιοι είναι». Προσφέρει άλλοθι σε όσους απογοητεύουν και αφαιρεί από τους πολίτες το κίνητρο να ξεχωρίσουν πρόσωπα, πράξεις και ευθύνες. Η ισοπέδωση καταλήγει να προστατεύει ακριβώς εκείνους που υποτίθεται ότι καταγγέλλει.
Η κρίση χρειάζεται ονόματα όπου υπάρχουν τεκμήρια, συγκεκριμένα ερωτήματα και επιμονή στις απαντήσεις. Ποιος αποφάσισε; Με ποια κριτήρια; Πόσο κόστισε; Τι παραδόθηκε; Ποιος ελέγχει το αποτέλεσμα;
Αυτές οι απλές ερωτήσεις πρέπει να συνοδεύουν κάθε δημόσια δαπάνη και κάθε προεκλογική υπόσχεση. Η δημοκρατική εντολή περιλαμβάνει την υποχρέωση λογοδοσίας από την πρώτη ημέρα της θητείας.
Ευθύνη έχουμε και ως πολίτες όταν χαμηλώνουμε τον πήχη για τον «δικό μας». Όταν συγχωρούμε στην παράταξή μας όσα καταγγέλλουμε στην απέναντι. Όταν ζητάμε αξιοκρατία μέχρι να χρειαστούμε μια εξαίρεση για τον εαυτό μας. Η ανοχή αποκτά πολιτικό βάρος, ακόμη κι όταν αρχίζει από μια φαινομενικά μικρή διευκόλυνση.
Η διέξοδος απαιτεί να κρατήσουμε τον ίδιο κανόνα για όλους. Να απαιτούμε στοιχεία, να θυμόμαστε δεσμεύσεις, να απορρίπτουμε τον εκβιασμό της προσωπικής εξυπηρέτησης. Να αντιμετωπίζουμε τον αιρετό ως άνθρωπο με συγκεκριμένη εντολή, συγκεκριμένες αρμοδιότητες και ημερομηνία κρίσης.
Οι επέτειοι προσφέρουν αρκετές ευκαιρίες για μεγάλα λόγια περί ελευθερίας. Η καθημερινότητα προσφέρει τις δυσκολότερες δοκιμασίες της: να μπορείς να διεκδικείς χωρίς προστάτη, να ελέγχεις χωρίς φόβο και να διαφωνείς χωρίς να κινδυνεύεις να στερηθείς όσα δικαιούσαι.
Η Ελλάδα ανήκει στους πολίτες της. Και όποιος αναλαμβάνει να τη διοικήσει οφείλει να θυμάται ότι παραλαμβάνει ευθύνη — η ιδιοκτησία παραμένει στους πολίτες.

