Η οργή για την απολιγνιτοποίηση, την πίεση σε αγρότες και βιομηχανία και τα καμένα δάση έχει πραγματική βάση – Αλλά η σοβαρή πολιτική κριτική χρειάζεται ακρίβεια, σχέδιο και μετρήσιμες απαντήσεις
Το ερώτημα δεν είναι αν υπάρχει κλιματική αλλαγή. Υπάρχει. Ούτε αν ο λιγνίτης ρυπαίνει. Ρυπαίνει και μάλιστα πολύ.
Το πραγματικό ερώτημα είναι διαφορετικό: η Ελλάδα σχεδίασε μια πράσινη μετάβαση που ενισχύει την παραγωγή και την ενεργειακή ασφάλεια ή μια μετάβαση που κλείνει πρώτα τις παλιές δυνατότητες και ψάχνει μετά, πανάκριβα, τι θα τις αντικαταστήσει;
Αυτόν τον πυρήνα έχει η δημόσια παρέμβαση της Νατάσσας Γρατσάνη, η οποία κατηγορεί τον Κυριάκο Μητσοτάκη ότι, στο όνομα της περιβαλλοντικής πολιτικής, υπονομεύει την ενεργειακή, βιομηχανική και διατροφική αυτάρκεια της χώρας.
Η διατύπωσή της είναι οργισμένη και σε ορισμένα σημεία απόλυτη. Η οργή, όμως, δεν γεννήθηκε στο κενό. Τροφοδοτείται από ακριβό ρεύμα, συρρίκνωση της κτηνοτροφίας, πιεσμένο αγροτικό εισόδημα, ασφυκτικό κόστος για τη μεταποίηση και δάση που χάνονται κάθε καλοκαίρι στις φλόγες.
Δεν υπάρχει «φόρος μεθανίου του Μητσοτάκη» – Υπάρχει όμως πολιτική ευθύνη
Οι κανόνες για τις εκπομπές της γεωργίας και της κτηνοτροφίας δεν αποτελούν προσωπική εφεύρεση ενός Έλληνα πρωθυπουργού. Εντάσσονται στο ευρωπαϊκό πλαίσιο για το κλίμα, το οποίο από τον Μάρτιο του 2026 προβλέπει δεσμευτικό συνολικό στόχο μείωσης των καθαρών εκπομπών της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά 90% έως το 2040, σε σύγκριση με το 1990. Η ίδια η Κομισιόν αναφέρει ότι η εξειδίκευση των κανόνων ανά τομέα θα ακολουθήσει.
Άρα, η φράση ότι ο πρωθυπουργός επιβάλλει μόνος του περιορισμούς στο μεθάνιο των ζώων απλουστεύει υπερβολικά την πραγματικότητα.
Δεν τον απαλλάσσει, όμως, από την ευθύνη. Η ελληνική κυβέρνηση συμμετέχει στις ευρωπαϊκές αποφάσεις, διαπραγματεύεται τους όρους, καταρτίζει το εθνικό σχέδιο εφαρμογής και αποφασίζει ποιος θα πληρώσει τη μετάβαση.
Εάν ο κτηνοτρόφος υποχρεώνεται να επενδύσει σε νέες εγκαταστάσεις και διαδικασίες χωρίς επαρκή χρηματοδότηση, εάν ο μικρός παραγωγός πνίγεται από ενέργεια, ζωοτροφές και γραφειοκρατία και εάν η εγχώρια παραγωγή αντικαθίσταται από εισαγωγές, τότε δεν έχουμε πράσινη αναδιάρθρωση. Έχουμε εξαγωγή της παραγωγής και των εκπομπών σε άλλη χώρα — και εισαγωγή ακρίβειας στην Ελλάδα.
Η Ελλάδα έτρεξε, η Γερμανία κράτησε χρόνο
Στην ενέργεια η σύγκριση με τη Γερμανία δεν είναι φανταστική. Είναι πολιτικά ενοχλητική.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεσμεύθηκε ότι η Ελλάδα θα εγκαταλείψει πλήρως τον λιγνίτη το αργότερο έως το 2028, επιλέγοντας ταχύτερη πορεία από πολλές ευρωπαϊκές χώρες. Η ΔΕΗ δηλώνει πλέον ως εταιρικό στόχο να σταματήσει τη λειτουργία των λιγνιτικών μονάδων της μέσα στο 2026.
Η Γερμανία, αντίθετα, νομοθέτησε έξοδο από τον άνθρακα έως το 2038, με ενδιάμεσα όρια και αποζημιώσεις προς τους φορείς εκμετάλλευσης.
Αυτό δεν σημαίνει ότι ο γερμανικός λιγνίτης είναι «αθώος» και ο ελληνικός ένοχος. Ο λιγνίτης παραμένει εξαιρετικά ρυπογόνος και το κόστος των δικαιωμάτων εκπομπών τον έχει καταστήσει ακριβή επιλογή μέσα στην ευρωπαϊκή αγορά.
Η βάσιμη κατηγορία προς την κυβέρνηση είναι άλλη: γιατί επιλέχθηκε τόσο γρήγορη απόσυρση εγχώριας ισχύος πριν ολοκληρωθούν οι αποθήκες ενέργειας, τα δίκτυα, οι διασυνδέσεις και οι εναλλακτικές μονάδες που θα εγγυώνταν σταθερό και προσιτό ρεύμα;
Μια χώρα δεν αποκτά ενεργειακή ασφάλεια μόνο επειδή γεμίζει τον χάρτη με εγκατεστημένα μεγαβάτ. Χρειάζεται διαθέσιμη ισχύ όταν δεν φυσά και όταν δεν έχει ήλιο. Διαφορετικά, η «ανεξαρτησία» καταλήγει να στηρίζεται στο εισαγόμενο φυσικό αέριο και στις διακυμάνσεις των διεθνών αγορών.
Η βιομηχανία δεν αντέχει μόνο με συνθήματα
Και εδώ χρειάζεται η ίδια διάκριση. Το ευρωπαϊκό σύστημα εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπών δεν είναι ελληνικό πρόστιμο που επινόησε το Μέγαρο Μαξίμου. Είναι ενιαίος ευρωπαϊκός μηχανισμός.
Από την 1η Ιανουαρίου 2026 τέθηκε σε οριστική εφαρμογή και ο Μηχανισμός Συνοριακής Προσαρμογής Άνθρακα, ώστε οι εισαγωγές σε συγκεκριμένους ενεργοβόρους κλάδους —τσιμέντο, σίδηρο και χάλυβα, αλουμίνιο, λιπάσματα, ηλεκτρική ενέργεια και υδρογόνο— να επιβαρύνονται ανάλογα με τις ενσωματωμένες εκπομπές τους.
Ο μηχανισμός επιχειρεί να περιορίσει τον αθέμιτο ανταγωνισμό από τρίτες χώρες. Δεν εξαφανίζει, όμως, κάθε ανισότητα ούτε μειώνει αυτομάτως το κόστος ρεύματος μιας ελληνικής βιομηχανίας.
Εδώ κρίνεται η κυβέρνηση: στην πρόσβαση της μεταποίησης σε μακροχρόνια και ανταγωνιστικά συμβόλαια ενέργειας, στην ταχύτητα των δικτύων, στη φορολογία, στις αδειοδοτήσεις και στην προστασία των παραγωγικών επενδύσεων. Το να ανακοινώνεις κλιματικούς στόχους είναι εύκολο. Το να κρατήσεις εργοστάσια ανοιχτά, μισθούς στην Ελλάδα και προϊόντα ανταγωνιστικά είναι η πραγματική εξέταση.
Τα καμένα δάση είναι επίσης κλιματικός λογαριασμός
Η Δυτική Αττική έδωσε φέτος τη σκληρότερη απάντηση στην κυβερνητική ρητορική. Η μεγάλη πυρκαγιά κοντά στην Ψάθα και το Πόρτο Γερμενό έκαψε περισσότερα από 10.000 εκτάρια, σύμφωνα με τα ευρωπαϊκά δορυφορικά δεδομένα.
Οι πυρκαγιές απελευθερώνουν διοξείδιο του άνθρακα, μονοξείδιο του άνθρακα και επικίνδυνα μικροσωματίδια. Ταυτόχρονα, αφαιρούν για χρόνια μέρος της δυνατότητας μιας περιοχής να δεσμεύει άνθρακα, επιβαρύνουν το έδαφος και μεταβάλλουν τις τοπικές συνθήκες θερμοκρασίας και υγρασίας.
Δεν είναι επιστημονικά ακριβές ότι κάθε καμένη περιοχή χάνεται «μόνιμα και αμετάκλητα». Πολλά οικοσυστήματα μπορούν να αναγεννηθούν. Οι επαναλαμβανόμενες πυρκαγιές, η ξηρασία, η διάβρωση και η εγκατάλειψη, όμως, μπορούν να κάνουν την αποκατάσταση εξαιρετικά αργή ή ακόμη και αδύνατη.
Γι’ αυτό η κυβέρνηση οφείλει να δημοσιεύει, μαζί με τα καμένα στρέμματα και τις επιχειρησιακές ανακοινώσεις, εκτίμηση των εκπομπών κάθε μεγάλης πυρκαγιάς, της απώλειας δασικού αποθέματος άνθρακα και του χρόνου οικολογικής αποκατάστασης.
Η πρόληψη των πυρκαγιών δεν είναι παράρτημα της κλιματικής πολιτικής. Είναι κλιματική πολιτική.
Η χώρα δεν χρειάζεται επιλογή ανάμεσα στο περιβάλλον και στην επιβίωση
Η κυβέρνηση δεν μπορεί να ζητά από τον πολίτη να αποδεχθεί ως «πρόοδο» κάθε λογαριασμό, κάθε λουκέτο και κάθε νέα εξάρτηση. Ούτε η αντιπολίτευση απαλλάσσεται όταν καταγγέλλει το κόστος χωρίς να παρουσιάζει κοστολογημένο σχέδιο για παραγωγή, ενέργεια και προστασία του περιβάλλοντος.
Η Ελλάδα χρειάζεται πράσινη μετάβαση με τρεις αδιαπραγμάτευτους όρους: ενεργειακή ασφάλεια, παραγωγική βάση και διατροφική ανθεκτικότητα.
Διαφορετικά, θα κλείνουμε εγχώριες μονάδες, θα περιορίζουμε Έλληνες παραγωγούς, θα εισάγουμε ρεύμα, καύσιμα, τρόφιμα και βιομηχανικά προϊόντα και θα πανηγυρίζουμε επειδή οι εκπομπές καταγράφηκαν σε ξένο ισοζύγιο.
Αυτό δεν είναι σωτηρία του πλανήτη. Είναι μεταφορά του προβλήματος και του πλούτου εκτός Ελλάδας.
Και ο ψηφοφόρος δεν οφείλει να πιστέψει κανένα σύνθημα. Οφείλει να κοιτάξει το αποτέλεσμα: τι παράγει η χώρα, πόσο πληρώνει, από ποιον εξαρτάται και ποιος τελικά κερδίζει από τη μετάβαση.

