Η καθημερινή φροντίδα χρειάζεται αναγνώριση και στήριξη, με κανόνες που προστατεύουν την αυτονομία του ανθρώπου με αναπηρία.
Υπάρχουν γονείς που μετρούν τη ζωή τους σε ατέλειωτες βάρδιες φροντίδας. Άφησαν την εργασία τους, περιόρισαν τις κοινωνικές τους σχέσεις, έβαλαν τη δική τους υγεία σε δεύτερη μοίρα. Έμαθαν τις ανάγκες του παιδιού τους μέσα από χρόνια καθημερινής παρουσίας. Και όταν συζητείται η οργανωμένη, αμειβόμενη προσωπική βοήθεια, βρίσκονται αντιμέτωποι με έναν αποκλεισμό που αξίζει ουσιαστική επανεξέταση.
Η ΚΥΑ 18867/2026, στο άρθρο 19§4, αποκλείει κατά κανόνα συζύγους, συντρόφους με σύμφωνο συμβίωσης, συγγενείς πρώτου και δεύτερου βαθμού, μέλη του νοικοκυριού και τον εκπρόσωπο του ωφελουμένου από την παροχή Προσωπικής Βοήθειας. Προβλέπει εξαίρεση για μόνιμους κατοίκους ορεινών ή νησιωτικών δήμων έως 5.000 κατοίκους.[1]
Το ερώτημα είναι συγκεκριμένο: μπορεί η συγγένεια, από μόνη της, να αποτελεί επαρκή λόγο αποκλεισμού ενός κατάλληλου ανθρώπου; Και όταν δεν βρίσκεται διαθέσιμος βοηθός, ποιος αναλαμβάνει την ευθύνη για το κενό που παραμένει μέσα στο σπίτι;
Η γεωγραφική εξαίρεση δείχνει ότι υπάρχει ήδη περιθώριο διαφοροποίησης του κανόνα. Δεν αποδεικνύει αυτομάτως ότι η ίδια λύση ταιριάζει παντού. Επιβάλλει όμως να εξεταστεί αν ανάλογες, τεκμηριωμένες δυσκολίες πρόσβασης δικαιολογούν εξατομικευμένες λύσεις και σε άλλες περιοχές.
Ο Προσωπικός Βοηθός αποτελεί σημαντική κοινωνική κατάκτηση. Ο σκοπός του, όπως περιγράφεται στο θεσμικό πλαίσιο, είναι η ανεξάρτητη διαβίωση, η κοινωνική συμμετοχή και η αποτροπή της ιδρυματοποίησης, μαζί με τη βελτίωση της ζωής των ίδιων των ανθρώπων με αναπηρία και των οικογενειών τους.[2] Αυτός ο σκοπός πρέπει να καθοδηγεί κάθε αλλαγή.
Στο επίκεντρο βρίσκεται ο άνθρωπος που χρειάζεται υποστήριξη: οι επιθυμίες του, η ιδιωτικότητά του, η δυνατότητα να αποφασίζει για την καθημερινότητά του. Η φωνή του δεν μπορεί να χάνεται ούτε μέσα στη γραφειοκρατία ούτε μέσα στην οικογένεια. Η ανεξάρτητη διαβίωση αφορά και εκείνον που χρειάζεται συνεχή βοήθεια ή βρίσκεται σε κατάκλιση. Η αξία της ζωής και το δικαίωμα στην επιλογή δεν μετριούνται με την ικανότητα κάποιου να εργαστεί ή να μετακινηθεί μόνος του.
Χρειάζεται επίσης σωστή ανάγνωση της αξιολόγησης. Το άρθρο 11§9(η) ορίζει ότι η ήδη παρεχόμενη φροντίδα δεν συνυπολογίζεται στην κατάταξη ανάγκης.[1] Η προστατευτική λειτουργία του κανόνα είναι ουσιώδης: η παρουσία ενός εξαντλημένου γονιού δεν πρέπει να χρησιμοποιείται ως δικαιολογία για λιγότερη δημόσια υποστήριξη.
Το πρόβλημα αρχίζει όταν η αναγνωρισμένη ανάγκη δεν μετατρέπεται σε πραγματική υπηρεσία. Τότε η οικογένεια συνεχίζει να καλύπτει το κενό, ενώ η διοικητική έγκριση παραμένει χωρίς αντίκρισμα στην καθημερινότητα. Η επιτυχία πρέπει να μετριέται στις ώρες βοήθειας που παρέχονται και στις επιλογές που αποκτά ο δικαιούχος.
Η έρευνα του Παρατηρητηρίου Θεμάτων Αναπηρίας της ΕΣΑμεΑ καταγράφει ότι το 53,5% των συμμετεχόντων αντιμετώπισε μεγάλη δυσκολία εύρεσης βοηθού. Αναδεικνύει επίσης ελλείψεις στην επιμόρφωση, ανάγκη πρακτικής εκπαίδευσης, ασάφεια καθηκόντων και ανάγκη εποπτείας. Παράλληλα, καταγράφει ιδιαίτερα θετική αποτίμηση της παρεχόμενης υποστήριξης από τους ωφελουμένους.[3]
Αυτά τα ευρήματα απαιτούν καλύτερη οργάνωση, επαρκή κατάρτιση και όρους εργασίας που προσελκύουν και κρατούν κατάλληλους ανθρώπους. Η προηγούμενη δουλειά ενός υποψηφίου δεν αποτελεί μέτρο της αξίας του. Ούτε η ηλικία του, από μόνη της, αποδεικνύει καταλληλότητα ή ανεπάρκεια. Κρίνονται οι δεξιότητες, η συνέπεια, η δυνατότητα ανταπόκρισης στις συγκεκριμένες ανάγκες και ο σεβασμός στις επιλογές του ωφελουμένου.
Με τα ίδια κριτήρια πρέπει να συζητηθεί και η συμμετοχή συγγενών. Η εμπειρία ενός γονιού μπορεί να είναι πολύτιμη. Η συγγένεια, όμως, δεν εγγυάται αυτομάτως καλή συνεργασία, όπως και η απουσία συγγένειας δεν αποκλείει την ανάπτυξη μιας εξαιρετικής σχέσης εμπιστοσύνης.
Στην ίδια έρευνα καταγράφονται διαφορετικές απόψεις: κάποιοι συμμετέχοντες ζητούν δυνατότητα αξιοποίησης συγγενών, ιδιαίτερα όταν δυσκολεύονται να βρουν βοηθό, ενώ άλλοι ανησυχούν για την ανεξαρτησία τους από το οικογενειακό περιβάλλον.[3] Αυτές οι ανησυχίες χρειάζονται πραγματικές απαντήσεις.
Μια πρόταση που αξίζει διαβούλευση είναι η ελεγχόμενη δυνατότητα συμμετοχής κατάλληλου συγγενή σε ένα ευρύτερο σχήμα βοήθειας. Το άρθρο 19§2 επιτρέπει έως τέσσερις ωριαίους βοηθούς· η συμμετοχή συγγενή πέρα από την εξαίρεση απαιτεί αλλαγή του αποκλεισμού της §4.[1]
Μια τέτοια αλλαγή θα έπρεπε να συνοδεύεται από εξατομικευμένη αξιολόγηση, εκπαίδευση, καταγραφή της πραγματικής εργασίας και ανεξάρτητη εποπτεία. Χρειάζονται εγγυήσεις ελεύθερης επιλογής και αλλαγής βοηθού, προσβάσιμος τρόπος αναφοράς προβλημάτων και σχέδιο αντικατάστασης όταν κάποιος αδυνατεί να συνεχίσει. Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται όταν ο συγγενής είναι και νόμιμος εκπρόσωπος, ώστε να αντιμετωπίζεται η σύγκρουση ρόλων.
Χρειάζεται και οικονομική σαφήνεια: τα έως 1.939 ευρώ αφορούν τη μηνιαία αξία βοήθειας στην ανώτατη κατηγορία ανάγκης. Η ωριαία αποζημίωση είναι 6, 6,50 ή 7 ευρώ μικτά, ανά κατηγορία.[1] Η χρηματοδότηση υπηρεσιών δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως προσωπικό εισόδημα της οικογένειας ανεξάρτητα από την εργασία που παρέχεται.
Παράλληλα, η απώλεια εισοδήματος, ασφάλισης και προσωπικού χρόνου των οικογενειακών φροντιστών χρειάζεται αυτοτελή κοινωνική πολιτική. Ασφαλιστική προστασία, υπηρεσίες ανάπαυλας και ουσιαστική στήριξη πρέπει να μπουν στη συζήτηση. Ένα πρόγραμμα προσωπικής βοήθειας δεν μπορεί μόνο του να καλύψει όλες αυτές τις ανάγκες.
Ανοιχτό παραμένει και το ζήτημα των διοικητικών αποκλεισμών. Η ΕΣΑμεΑ έχει ζητήσει επανεξέταση προϋποθέσεων πιστοποίησης, ηλικίας και εισοδήματος, καταγγέλλοντας ότι μένουν εκτός άνθρωποι με πραγματική ανάγκη υποστήριξης.[4] Για τους υφιστάμενους ωφελουμένους που υπάγονται στη σχετική μεταβατική ρύθμιση, ο πρώτος έλεγχος παραμονής προβλέπεται τον Σεπτέμβριο του 2027.[1] Η συνέχεια της υποστήριξης χρειάζεται έγκαιρες, καθαρές απαντήσεις.
Η πολιτεία οφείλει να ακούσει μαζί τους ανθρώπους με αναπηρία, τους οικογενειακούς φροντιστές και τους προσωπικούς βοηθούς. Να εξασφαλίσει περισσότερες πραγματικές επιλογές, αξιοπρεπείς συνθήκες και βοήθεια που φτάνει στον δικαιούχο. Η αγάπη ενός γονιού είναι πολύτιμη. Δεν αποτελεί ανεξάντλητο δημόσιο πόρο.
Πηγές τεκμηρίωσης:
[1] ΚΥΑ 18867/2026, ΦΕΚ Β΄ 5050/11.08.2026: https://opeka.gov.gr/wp-
[2] ΟΠΕΚΑ, θεσμικό πλαίσιο και σκοπός του Προγράμματος: https://opeka.gov.gr/atoma-me-
[3] Παρατηρητήριο Θεμάτων Αναπηρίας ΕΣΑμεΑ, «Ο Προσωπικός Βοηθός στην Πράξη», ιδίως σελ. 31, 70, 79–80, 87: https://
[4] ΕΣΑμεΑ, «Άμεση άρση των αποκλεισμών από τον Προσωπικό Βοηθό», 18.09.2026: https://www.esamea.gr/el/

