Λαβρόφ και Βάντεφουλ συναντήθηκαν στη Νέα Υόρκη, στην πρώτη επαφή των δύο χωρών σε επίπεδο υπουργών Εξωτερικών μετά τη ρωσική εισβολή. Σκληρά μηνύματα από το Βερολίνο, σε κλίμα έντονης δυσπιστίας.
Έπειτα από περισσότερα από τέσσερα χρόνια χωρίς διμερή συνάντηση των υπουργών Εξωτερικών τους, Ρωσία και Γερμανία επανήλθαν στο ίδιο τραπέζι το Σάββατο 26 Σεπτεμβρίου, στο περιθώριο της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ. Ο Σεργκέι Λαβρόφ συνομίλησε με τον Γιόχαν Βάντεφουλ στη Νέα Υόρκη, με τον πόλεμο στην Ουκρανία και την επιδείνωση των διμερών σχέσεων να κυριαρχούν.
Η προηγούμενη συνάντηση του Ρώσου υπουργού με επικεφαλής της γερμανικής διπλωματίας είχε πραγματοποιηθεί τον Ιανουάριο του 2022. Τότε συνομιλήτριά του ήταν η Αναλένα Μπέρμποκ, λίγες εβδομάδες πριν από την έναρξη της ρωσικής εισβολής.
Η νέα επαφή πραγματοποιήθηκε κεκλεισμένων των θυρών. Σύμφωνα με την εκπρόσωπο του ρωσικού υπουργείου Εξωτερικών, Μαρία Ζαχάροβα, την πρωτοβουλία είχε η γερμανική πλευρά, η οποία ζήτησε επίσης περιορισμένη πρόσβαση των δημοσιογράφων και μη καταγραφή των συνομιλιών.
Το Βερολίνο προσήλθε με σαφείς αιχμές προς τη Μόσχα. Πηγές της γερμανικής αντιπροσωπείας ανέφεραν ότι ο Βάντεφουλ ζήτησε να σταματήσει η κλιμάκωση απέναντι στη Γερμανία, την Ευρώπη και το ΝΑΤΟ, ξεκαθαρίζοντας ότι η υποστήριξη προς την Ουκρανία θα συνεχιστεί.
Ιδιαίτερη αναφορά έγινε στην υπόθεση του μη επανδρωμένου αεροσκάφους με εκρηκτικά που εντοπίστηκε στις αρχές Αυγούστου στο αεροδρόμιο της Λειψίας. Η γερμανική κυβέρνηση έχει αποδώσει την ευθύνη στη Ρωσία. Η υπόθεση επιβάρυνε περαιτέρω τις σχέσεις των δύο χωρών και ακολούθησαν αμοιβαία μέτρα για τη λειτουργία προξενείων.
Κατά τις ίδιες γερμανικές πηγές, ο Βάντεφουλ υπογράμμισε ότι τέτοια περιστατικά και άλλες υβριδικές επιθέσεις δεν πρόκειται να μεταβάλουν τη στάση του Βερολίνου απέναντι στον πόλεμο.
Ο Γερμανός υπουργός καταδίκασε επίσης τις ρωσικές επιθέσεις κατά του άμαχου πληθυσμού της Ουκρανίας, τις οποίες η γερμανική πλευρά χαρακτήρισε ολοένα πιο στοχευμένες. Παράλληλα, η γερμανική διπλωματία υποστήριξε ότι η συνέχιση του πολέμου συνεπάγεται βαριές ανθρώπινες απώλειες και αυξανόμενη οικονομική πίεση για τη Ρωσία.
Ως αναγκαία βάση για την έξοδο από τη σύγκρουση, το Βερολίνο προέβαλε τον τερματισμό της ρωσικής επίθεσης, την αποχώρηση των ρωσικών στρατευμάτων και την επίτευξη βιώσιμης εκεχειρίας.
Η συνάντηση έχει ιδιαίτερη διπλωματική σημασία λόγω της μακράς διακοπής των απευθείας επαφών σε αυτό το επίπεδο. Ωστόσο, από τα διαθέσιμα στοιχεία δεν προκύπτει συμφωνία ή συγκεκριμένη πρόοδος. Το κρίσιμο παραμένει αν αυτή η επικοινωνία μπορεί να αποκτήσει συνέχεια και να οδηγήσει σε ουσιαστική αποκλιμάκωση.

