Του Άγη Βερούτη
Δύο ειδήσεις δημοσιεύθηκαν σχεδόν την ίδια ώρα. Η HSBC διαπίστωσε ότι τα διεθνή και ευρωπαϊκά funds έχουν στις ελληνικές μετοχές μεγαλύτερη έκθεση από εκείνη που αντιστοιχεί στους δείκτες αναφοράς τους. Λίγα λεπτά αργότερα, η DBRS προειδοποίησε ότι η εισοδηματική σύγκλιση της Ελλάδας με την Ευρώπη κινδυνεύει να σταματήσει. Και οι δύο έχουν δίκιο.
Το ελληνικό Χρηματιστήριο βαδίζει προς έκτη συνεχόμενη ανοδική χρονιά. Από το τέλος του 2020 ο Γενικός Δείκτης έχει κερδίσει 229%, η συνολική κεφαλαιοποίηση ανέβηκε από €53 δισ. στα €192 δισ. και ο τραπεζικός δείκτης εκτοξεύθηκε κατά 498%. Η αγορά βρίσκεται σε υψηλά δεκαεπτά ετών και οι εισηγμένες μοιράζουν υψηλά μερίσματα.
Είναι μεγάλη επιτυχία. Όποιος την αρνείται επειδή δεν συμπαθεί την κυβέρνηση ή το Χρηματιστήριο απλώς τσακώνεται με τους αριθμούς.
Πίσω της υπάρχει απτή βελτίωση της οικονομίας. Το ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 2,1% το 2025, η ανεργία υποχώρησε και το δημόσιο χρέος μειώνεται ως ποσοστό του ΑΕΠ. Η χώρα ξαναπήρε την επενδυτική βαθμίδα, οι τράπεζες περιόρισαν δραστικά τα κόκκινα δάνεια στους ισολογισμούς τους και η κερδοφορία πολλών εισηγμένων ενισχύθηκε. Ο κίνδυνος μειώθηκε και οι αποτιμήσεις ανέβηκαν. Οι αγορές αγοράζουν σήμερα τα κέρδη που περιμένουν αύριο.
Ο ξένος διαχειριστής κεφαλαίων, όμως, δεν αγοράζει το μέσο ελληνικό νοικοκυριό.
Αγοράζει τράπεζες, ενέργεια, κατασκευές, βιομηχανία, τουρισμό και άλλες μεγάλες εισηγμένες. Αγοράζει ένα εξαιρετικό κομμάτι της ελληνικής οικονομίας. Δεν αγοράζει τον μισθό του υπαλλήλου, το συνοικιακό κατάστημα ή τη βιοτεχνία που περιμένει μήνες μια άδεια και χρόνια μια δικαστική απόφαση.
Η τιμή μιας μετοχής μπορεί να τριπλασιαστεί επειδή μειώθηκε ο κίνδυνος χώρας και αυξήθηκαν τα κέρδη της εταιρείας. Οι μισθοί ανεβαίνουν σε βάθος χρόνου όταν κάθε ώρα εργασίας παράγει περισσότερη αξία και οι επιχειρήσεις ανταγωνίζονται για εργαζομένους. Και εκεί η Ελλάδα εξακολουθεί να χωλαίνει.
Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η ελληνική παραγωγικότητα παραμένει περίπου στο 55% του μέσου όρου της ΕΕ. Η Eurostat υπολόγισε για το 2025 το κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε μονάδες αγοραστικής δύναμης μόλις στο 68% του ευρωπαϊκού μέσου όρου, στην τελευταία θέση μαζί με τη Βουλγαρία. Τα ελληνικά νοικοκυριά είχαν αρνητική αποταμίευση το 2024. Ξόδεψαν περισσότερα από το εισόδημά τους, τραβώντας από όσα είχαν στην άκρη ή δανειζόμενα.
Φυσικά από το ράλι κερδίζουν και Έλληνες μέτοχοι. Καλώς κερδίζουν. Το ΔΝΤ επισημαίνει ότι στις χρηματοοικονομικές τοποθετήσεις των ελληνικών νοικοκυριών κυριαρχούν οι καταθέσεις, ενώ οι συμμετοχές τους σε εισηγμένες μετοχές και επενδυτικά κεφάλαια παραμένουν μικρές. Το κέρδος δεν μπαίνει αυτόματα σε δέκα εκατομμύρια τσέπες.
Το ράλι φτάνει στο σπίτι σου μόνο αν σου περισσεύουν χρήματα για να συμμετάσχεις.
Η DBRS βάζει τώρα το δάχτυλο στο επόμενο πρόβλημα. Υπολογίζει ότι η αύξηση του κατά κεφαλήν εισοδήματος στη Νότια Ευρώπη θα κινηθεί γύρω στο 1,6% τα επόμενα χρόνια και θα πέσει περίπου στο 1,2% την περίοδο 2030-2040, όσο περίπου και ο μέσος όρος της ΕΕ. Αν τρέχεις με την ίδια ταχύτητα με αυτόν που βρίσκεται μπροστά σου, η απόσταση δεν κλείνει ποτέ.
Το Ταμείο Ανάκαμψης κρατά σήμερα ψηλά τις επενδύσεις. Από το 2027 η ώθησή του υποχωρεί. Τότε θα φανεί αν οι επενδύσεις αύξησαν μόνιμα όσα παράγουμε ή πρόσφεραν μερικά καλά χρόνια με ευρωπαϊκά χρήματα.
Η δομή της οικονομίας εξηγεί μεγάλο μέρος του προβλήματος. Σύμφωνα με στοιχεία του 2022 που παραθέτει ο ΟΟΣΑ, το 83% της απασχόλησης βρίσκεται στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις και το 47% των εργαζομένων σε επιχειρήσεις με λιγότερους από δέκα ανθρώπους. Εκεί εντοπίζεται και το μεγαλύτερο χάσμα παραγωγικότητας.
Η οικονομική πολιτική της τελευταίας δεκαετίας διόρθωσε πρώτα το κομμάτι της οικονομίας που βλέπουν οι αγορές: τα δημόσια οικονομικά, τις τράπεζες και τις μεγάλες εταιρείες. Το κομμάτι που πληρώνει τους περισσότερους μισθούς έμεινε πίσω.
Μια μεγάλη εισηγμένη μπορεί να αντλήσει εκατοντάδες εκατομμύρια με ομόλογο ή αύξηση κεφαλαίου. Η μικρή επιχείρηση εξαρτάται από τα κέρδη που κράτησε, τα χρήματα του ιδιοκτήτη και την τράπεζα. Αν η τράπεζα αρνηθεί, η επένδυση συνήθως τελειώνει εκεί. Χωρίς νέο μηχάνημα, λογισμικό ή καλύτερη οργάνωση, η παραγωγικότητα δεν ανεβαίνει. Χωρίς παραγωγικότητα δεν ανεβαίνει για πολύ ούτε ο μισθός.
Στην έλλειψη κεφαλαίων προστίθενται οι ρυθμιστικές επιβαρύνσεις, η αργή δικαιοσύνη και οι άδειες που δοκιμάζουν περισσότερο την υπομονή παρά το επιχειρηματικό σχέδιο. Η μικρή επιχείρηση δυσκολεύεται να μεγαλώσει. Η μεγάλη, που διαθέτει χρήματα, νομικό τμήμα και πρόσβαση στην κεφαλαιαγορά, μεγαλώνει ευκολότερα. Έπειτα απορούμε γιατί η παραγωγικότητα μένει στο 55% της Ευρώπης.
Η κυβέρνηση δικαιούται να πιστωθεί την επιστροφή της εμπιστοσύνης. Τώρα θα κριθεί αν μπορεί να μεταφέρει την επιτυχία από τους ισολογισμούς των εισηγμένων στις επιχειρήσεις όπου εργάζεται η χώρα. Χρειάζονται περισσότερες εταιρείες που να μπορούν να περάσουν από τους πέντε εργαζόμενους στους πενήντα και από τους πενήντα στους πεντακόσιους. Η μεγέθυνση πρέπει να πάψει να τιμωρείται με νέα γραφειοκρατία, η δικαιοσύνη να μετρά τον χρόνο σε μήνες και η χρηματοδότηση να φτάνει στην επένδυση πριν πεθάνει η ευκαιρία.
Ένα υπάρχον ακίνητο που αλλάζει χέρια αυξάνει την αξία μιας συναλλαγής. Μια νέα γραμμή παραγωγής αυξάνει την αξία που δημιουργεί κάθε εργαζόμενος. Εκεί κρίνεται αν μετά το Ταμείο Ανάκαμψης θα μείνει παραγωγικότητα ή μόνο ακριβότερα ακίνητα.
Τα funds ψήφισαν ήδη την Ελλάδα με τα χρήματά τους. Καλά έκαναν. Βλέπουν μια χώρα σταθερότερη και εταιρείες κερδοφόρες.
Το ελληνικό Χρηματιστήριο έγινε εξαιρετικό μέρος για να τοποθετείς τα χρήματά σου.
Απομένει η Ελλάδα να γίνει χώρα που να σου περισσεύουν χρήματα για να το κάνεις.
CAPITAL

