Το πρόγραμμα έχει κάτι για όλους· εκείνο που δεν έχει ακόμη είναι καθαρή και αναλυτική κοστολόγηση
Ο Αλέξης Τσίπρας επέστρεψε με ένα πρόγραμμα τόσο γενναιόδωρο, ώστε σχεδόν προκαλεί απορία γιατί δεν προβλέπει και επίδομα… αισιοδοξίας.
Κατώτατος μισθός 1.000 ευρώ. Μέσος μισθός 1.800 ευρώ. Αυξήσεις 500 ευρώ σε γιατρούς και νοσηλευτές, 300 ευρώ στους εκπαιδευτικούς, 30.000 προσλήψεις, 500 ευρώ μηνιαία φοιτητική υποτροφία, δωρεάν μετακινήσεις, δωρεάν σχολική σίτιση, δωρεάν φάρμακα για τους συνταξιούχους και 50.000 προσιτές κατοικίες.
Έχει κάτι για κάθε κοινωνική ομάδα. Εκτός, ίσως, από εκείνον που θα κληθεί να πληρώσει το σύνολο.
Οι ανάγκες που περιγράφει είναι πραγματικές. Οι μισθοί πιέζονται, το ΕΣΥ καταρρέει από την υποστελέχωση, τα ενοίκια έχουν ξεφύγει και η παιδεία παραμένει ο φτωχός συγγενής. Το πρόβλημα δεν βρίσκεται στους στόχους. Βρίσκεται στην παλιά πολιτική συνήθεια να παρουσιάζονται πρώτα οι υποσχέσεις και να αναζητείται αργότερα η αριθμητική.
Η «πατριωτική εισφορά» στο πλουσιότερο 1%, η φορολόγηση μερισμάτων και η κατάργηση φοροαπαλλαγών μπορεί να φέρουν έσοδα. Το κρίσιμο ερώτημα, όμως, είναι πόσα. Και εάν αυτά αρκούν για να καλύψουν ένα πρόγραμμα με μόνιμες αυξήσεις μισθών, δεκάδες χιλιάδες προσλήψεις, φορολογικές μειώσεις και νέες κοινωνικές παροχές.
Διότι άλλο κοινωνική πολιτική και άλλο κατάλογος επιθυμιών.
Ο Τσίπρας δικαίως ζητά να κοστολογηθεί η σημερινή κυβέρνηση. Οφείλει, όμως, να δεχθεί ακριβώς το ίδιο μέτρο για το δικό του πρόγραμμα: κόστος ανά μέτρο, πηγή χρηματοδότησης, χρονοδιάγραμμα και επίπτωση στον προϋπολογισμό.
Η Ελλάδα έχει χορτάσει από σωτήρες που μοιράζουν δισεκατομμύρια από τα μικρόφωνα. Το χειροκρότημα είναι δωρεάν. Η διακυβέρνηση όχι.

