Στα 20,544 δισ. ευρώ οι εισπράξεις από ΦΠΑ στο οκτάμηνο – Υπέρβαση 905 εκατ. ευρώ ακόμη και χωρίς το έκτακτο έσοδο από την Εγνατία Οδό.
Η ακρίβεια έχει και φορολογικό λογαριασμό. Όταν αυξάνεται η τιμή ενός προϊόντος και ο συντελεστής ΦΠΑ παραμένει ίδιος, μεγαλώνει και ο φόρος που πληρώνει ο καταναλωτής για την αγορά του. Έτσι, η πίεση στο οικογενειακό εισόδημα μπορεί να μετατρέπεται σε πρόσθετη είσπραξη για το Δημόσιο, χωρίς το νοικοκυριό να έχει βάλει ούτε ένα επιπλέον προϊόν στο καλάθι του.
Στο οκτάμηνο Ιανουαρίου–Αυγούστου 2026, τα έσοδα από τον ΦΠΑ έφτασαν τα 20,544 δισ. ευρώ. Στο ποσό περιλαμβάνεται έκτακτη είσπραξη 306 εκατ. ευρώ από τη σύμβαση παραχώρησης της Εγνατίας Οδού. Ακόμη και αν αφαιρεθεί, παραμένει υπέρβαση 905 εκατ. ευρώ έναντι του στόχου.
Πρόκειται για χρήματα πέρα από όσα είχαν προϋπολογιστεί. Η σύγκριση αφορά τον στόχο των εισπράξεων, όχι την αντίστοιχη περσινή περίοδο.
Η αύξηση των τιμών είναι ένας από τους παράγοντες που ενισχύουν την απόδοση του ΦΠΑ. Συμβάλλουν επίσης η διεύρυνση της φορολογικής βάσης και η βελτίωση της συμμόρφωσης. Τα συνολικά στοιχεία δεν επιτρέπουν να υπολογιστεί πόσο ακριβώς από την υπέρβαση οφείλεται αποκλειστικά στις ανατιμήσεις. Επιτρέπουν, όμως, να αναδειχθεί μια ουσιαστική αντίφαση: οι υψηλότερες εισπράξεις μπορούν να συνυπάρχουν με εξασθένηση της αγοραστικής δύναμης.
Για τον εργαζόμενο ή τον συνταξιούχο που προσπαθεί να καλύψει τις ίδιες ανάγκες, η διαφορά φαίνεται στο ποσό που απομένει στο τέλος του μήνα. Εφόσον το εισόδημά του δεν ακολουθεί τις ανατιμήσεις, αναγκάζεται να περιορίσει αγορές, να αναβάλει δαπάνες ή να αναζητήσει φθηνότερες επιλογές.
Ούτε η επιβράδυνση του πληθωρισμού αρκεί από μόνη της για να αποκαταστήσει αυτή την απώλεια. Μικρότερος ρυθμός αύξησης σημαίνει ότι οι τιμές ανεβαίνουν πιο αργά. Οι προηγούμενες ανατιμήσεις παραμένουν ενσωματωμένες στο κόστος ζωής.
Η συνολική φορολογική εικόνα δείχνει το μέγεθος των εισπράξεων. Οι φόροι στο οκτάμηνο ανήλθαν σε 49,481 δισ. ευρώ. Αν αφαιρεθούν τα 306 εκατ. ευρώ της Εγνατίας και τα 135 εκατ. ευρώ από τη δεύτερη δόση για την άδεια λειτουργίας καζίνο στο Ελληνικό, διαμορφώνονται σε 49,040 δισ. ευρώ. Η υπέρβαση παραμένει στα 1,353 δισ. ευρώ, ή 2,8%.
Μόνο τον Αύγουστο εισπράχθηκαν 6,687 δισ. ευρώ από φόρους, ποσό αυξημένο κατά 363 εκατ. ευρώ, ή 5,7%, έναντι του μηνιαίου στόχου. Το πρωτογενές πλεόνασμα του οκταμήνου έφτασε τα 6,534 δισ. ευρώ, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ολόκληρο το ποσό αποτελεί ελεύθερο περιθώριο για νέες δαπάνες.
Στους ειδικούς φόρους κατανάλωσης, αντιθέτως, καταγράφηκαν έσοδα 4,662 δισ. ευρώ και υστέρηση 230 εκατ. ευρώ έναντι του στόχου. Η εικόνα χρειάζεται προσοχή: επειδή σε προϊόντα όπως τα καύσιμα ο φόρος συνδέεται με τις ποσότητες, η εξέλιξή του έχει σημασία για την πραγματική κατανάλωση. Ωστόσο, η συνολική υστέρηση των ΕΦΚ δεν αρκεί για να τεκμηριώσει συγκεκριμένη μείωση σε βενζίνη και πετρέλαιο ή να προβλέψει την πορεία τους έως το τέλος του έτους.
Το πολιτικό ερώτημα είναι σαφές: πώς μεταφράζονται οι πρόσθετες εισπράξεις σε ουσιαστική ανακούφιση εκείνων που δυσκολεύονται να καλύψουν τα βασικά;
Η κυβέρνηση οφείλει να κρίνεται και από το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών, από την αποτελεσματικότητα των παρεμβάσεων στις τιμές και από τη δικαιότερη κατανομή των φορολογικών βαρών. Ο ίδιος φόρος σε μια αναγκαία αγορά καταλαμβάνει μεγαλύτερο μέρος ενός χαμηλού εισοδήματος. Γι’ αυτό η εξάρτηση από την έμμεση φορολογία έχει συγκεκριμένο κοινωνικό κόστος.
Οι αριθμοί του προϋπολογισμού χρειάζονται πάντοτε μια δεύτερη ανάγνωση: ποιος πληρώνει και τι στερείται για να πληρώσει. Η επιτυχία μιας οικονομικής πολιτικής μετριέται και από το αν ο πολίτης μπορεί να ζήσει αξιοπρεπώς μετά την πληρωμή των φόρων του.

