Η Οικονομική Αστυνομία φέρεται να έχει συλλέξει βιβλία, υπολογιστές και ηλεκτρονικά αρχεία, ενώ η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία εξετάζει αν πίσω από τις επιδοτήσεις για 26 τουριστικά σκάφη υπήρχε συντονισμένο δίκτυο προσώπων και εταιρειών
Η υπόθεση της Αναπτυξιακής Εύβοιας δεν αφορά πλέον μόνο διοικητικές παρατυπίες, ελλιπείς φακέλους ή δικαιούχους που ενδεχομένως δεν τήρησαν τους όρους μιας επιδότησης. Το πραγματικό ερώτημα είναι πολύ βαρύτερο: υπήρξε ένα οργανωμένο δίκτυο προσώπων και εταιρειών που σχεδίασε, διευκόλυνε και εκτέλεσε την παράνομη άντληση ευρωπαϊκών κονδυλίων;
Αυτό είναι το κρίσιμο πεδίο της έρευνας γύρω από περίπου 6,5 εκατ. ευρώ, τα οποία προορίζονταν για την τουριστική ανάκαμψη της πυρόπληκτης Βόρειας Εύβοιας και συνδέθηκαν με επιδοτήσεις για 26 τουριστικά σκάφη.
Σύμφωνα με δημοσιογραφικές πληροφορίες που μεταδόθηκαν αρχικά από τον ΑΝΤ1, η Οικονομική Αστυνομία πραγματοποίησε αιφνιδιαστικό έλεγχο στα γραφεία της Αναπτυξιακής Ευβοίας και φέρεται να παρέλαβε βιβλία, ηλεκτρονικούς υπολογιστές, αποθηκευτικά μέσα και άλλα αρχεία. Παράλληλα, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία φέρεται να εξετάζει το ενδεχόμενο οργανωμένου σχεδίου απάτης, ψευδών δηλώσεων, εικονικών εταιρειών και απόκρυψης των πραγματικών δικαιούχων των επιδοτήσεων.
Μέχρι σήμερα, ωστόσο, δεν έχει δημοσιοποιηθεί επίσημη ανακοίνωση της Ελληνικής Αστυνομίας για το αποτέλεσμα του ελέγχου. Δεν έχουν ανακοινωθεί ποινικές διώξεις, κατηγορούμενοι ή εισαγγελικός χαρακτηρισμός περί εγκληματικής οργάνωσης. Αυτή η διάκριση είναι απαραίτητη: άλλο τα σοβαρά στοιχεία και οι καταγγελίες που βρίσκονται υπό έρευνα και άλλο η απόδειξη ποινικών ευθυνών.
Οι εταιρείες, οι διευθύνσεις και οι πραγματικοί ιδιοκτήτες
Στον πυρήνα των καταγγελιών βρίσκονται εταιρείες που φέρονται να δήλωναν έδρες χωρίς πραγματική επιχειρηματική παρουσία στη Βόρεια Εύβοια. Έχουν αναφερθεί διευθύνσεις που αντιστοιχούσαν σε ξενοδοχειακές εγκαταστάσεις χωρίς σκάφος, ακόμη και σε αγρό όπου δεν υπήρχε εταιρική υποδομή. Παράλληλα, τέθηκαν ερωτήματα για τηλέφωνα επικοινωνίας εκτός Εύβοιας, για απόρρητους αριθμούς και για το ποιοι ήταν οι πραγματικοί ιδιοκτήτες ή χρήστες των επιδοτούμενων σκαφών.
Κανένα από αυτά τα στοιχεία δεν αποδεικνύει αυτομάτως εγκληματική οργάνωση. Δημιουργεί όμως την υποχρέωση να εξεταστεί αν πρόκειται για μεμονωμένες παραβάσεις διαφορετικών δικαιούχων ή για εταιρικά σχήματα που είχαν κοινά πρόσωπα, κοινές διευθύνσεις, κοινή επαγγελματική υποστήριξη, κοινές τραπεζικές διαδρομές και συντονισμένη υποβολή φακέλων.
Οι αρχές καλούνται να διασταυρώσουν ημερομηνίες σύστασης εταιρειών, μετοχικές συνθέσεις, πραγματικούς δικαιούχους, τραπεζικούς λογαριασμούς, τιμολόγια, τηλεφωνικές συνδέσεις και ηλεκτρονική αλληλογραφία. Κυρίως, πρέπει να ελεγχθεί αν υπήρχε διασύνδεση μεταξύ εκείνων που υπέβαλαν τα αιτήματα, εκείνων που προετοίμασαν τους φακέλους, εκείνων που τους αξιολόγησαν και όσων ενέκριναν ή εκταμίευσαν τις χρηματοδοτήσεις.
Αν προκύψει σταθερή κατανομή ρόλων, κοινός σχεδιασμός και επαναλαμβανόμενη μεθοδολογία, τότε η υπόθεση παύει να αφορά απλώς κακούς ή παραπλανητικούς φακέλους. Αποκτά τα χαρακτηριστικά οργανωμένου μηχανισμού.
Πότε τίθεται ζήτημα εγκληματικής οργάνωσης
Ο Ποινικός Κώδικας δεν χαρακτηρίζει εγκληματική οργάνωση κάθε ομάδα ανθρώπων που παρανομεί. Για να εξεταστεί η εφαρμογή του άρθρου 187 απαιτείται επιχειρησιακά δομημένη οργάνωση τουλάχιστον τριών προσώπων, με διαρκή εγκληματική δράση και σκοπό την τέλεση περισσότερων κακουργημάτων.
Επομένως, οι ερευνητές δεν αρκεί να διαπιστώσουν ότι ορισμένοι δικαιούχοι παραβίασαν τους όρους των επιδοτήσεων. Πρέπει να αποδείξουν διάρκεια, συντονισμό, κοινό σχέδιο, διακριτούς ρόλους και σύνδεση με συγκεκριμένες κακουργηματικές πράξεις. Πρέπει επίσης να διερευνηθεί αν υπήρξαν πρόσωπα που κατεύθυναν το σύστημα, εξασφάλιζαν τη δημιουργία ή την προσαρμογή των εταιρειών, προωθούσαν τους φακέλους και απέκρυπταν τους πραγματικούς αποδέκτες των χρημάτων.
Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία έχει αρμοδιότητα να εξετάζει απάτες που πλήττουν τα οικονομικά συμφέροντα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αν διαπιστωθεί ότι οι επιδοτήσεις αντλήθηκαν μέσω οργανωμένου και επαναλαμβανόμενου σχεδίου, η υπόθεση δεν μπορεί να κλείσει με μια απλή επιστροφή χρημάτων ή με διοικητικά πρόστιμα.
Τα 75.839,99 ευρώ είναι χωριστή υπόθεση
Από το ζήτημα των 6,5 εκατ. ευρώ πρέπει να διαχωριστεί το επίσημο εύρημα για το πρόγραμμα Skills4Sports. Ο έκτακτος έλεγχος κατέγραψε ποσό 75.839,99 ευρώ ως αχρεωστήτως καταβληθέν, καθώς αφορούσε αμοιβή υπαλλήλου που απασχολούνταν ήδη σε άλλο πρόγραμμα της εταιρείας.
Στον ίδιο έλεγχο καταγράφηκαν πρακτικό συνεδρίασης χωρίς την υπογραφή του προέδρου και προβληματική τήρηση του ηλεκτρονικού πρωτοκόλλου σε απλό αρχείο Excel, με κενές σειρές που δημιουργούσαν ενδείξεις διαγραφής εγγράφων. Η διοίκηση ανακοίνωσε ότι ενημέρωσε την Εισαγγελία Πρωτοδικών Χαλκίδας και ότι ξεκίνησε διοικητικές και νομικές ενέργειες.
Τα ευρήματα αυτά είναι σοβαρά, αλλά δεν πρέπει να χρησιμοποιηθούν για αυθαίρετη σύνδεση με τις επιδοτήσεις των σκαφών. Μπορούν να αποκαλύπτουν ελλιπείς δικλίδες ελέγχου ή προβληματική διοικητική λειτουργία. Δεν αποδεικνύουν από μόνα τους ούτε κοινό σχέδιο ούτε εγκληματική οργάνωση.
Το πόρισμα που αναμένεται και οι ευθύνες που δεν σβήνουν
Η Περιφέρεια Στερεάς Ελλάδας έχει ανακοινώσει ότι στα τέλη Σεπτεμβρίου αναμένεται το πόρισμα των ορκωτών ελεγκτών για την περίοδο 2019–2025. Την ίδια περίοδο αναμένεται να οριστικοποιηθούν πρόστιμα σε βάρος δικαιούχων επιδοτήσεων για σκάφη αναψυχής που δεν τήρησαν τους προβλεπόμενους όρους, ενώ για τον Οκτώβριο προγραμματίζεται απολογισμός στο Περιφερειακό Συμβούλιο.
Το πόρισμα οφείλει να δημοσιοποιηθεί χωρίς επιλεκτικές περιλήψεις και χωρίς πολιτικό φιλτράρισμα. Οι πολίτες της Βόρειας Εύβοιας δικαιούνται να γνωρίζουν ποιοι χρηματοδοτήθηκαν, ποιοι παραβίασαν τους όρους, ποια ποσά αναζητούνται και ποιοι υπηρεσιακοί ή διοικητικοί μηχανισμοί ενέκριναν τους επίμαχους φακέλους.
Η ανάκτηση των χρημάτων είναι αναγκαία, αλλά δεν αρκεί. Αν κάποιος έλαβε μια επιδότηση και δεν τήρησε μια μακροχρόνια υποχρέωση, πρόκειται για διοικητικό ζήτημα με συγκεκριμένες συνέπειες. Αν όμως πολλοί εμφανίστηκαν με εικονικά στοιχεία, κοινές διασυνδέσεις και προκαθορισμένους ρόλους για να αντλήσουν ευρωπαϊκά κονδύλια, τότε οι αρχές οφείλουν να εξετάσουν ολόκληρη την αλυσίδα και όχι μόνο τον τελευταίο δικαιούχο.
Το βασικό ερώτημα παραμένει ανοιχτό: είχαμε ασύνδετες παραβάσεις ή έναν οργανωμένο μηχανισμό που γνώριζε πώς να ιδρύει εταιρείες, να περνά φακέλους, να εισπράττει επιδοτήσεις και να εξαφανίζει την πραγματική διαδρομή του χρήματος;
Την απάντηση δεν μπορεί να τη δώσει η πολιτική επικοινωνία. Πρέπει να τη δώσουν τα κατασχεμένα αρχεία, οι τραπεζικές κινήσεις, το πόρισμα των ορκωτών και, τελικά, η Δικαιοσύνη.

