Οι υποσχέσεις για επενδύσεις 100 δισ. δολαρίων συνοδεύονται από κρίσιμα ερωτήματα για τον έλεγχο των κοιτασμάτων, τη διαφάνεια και το μερίδιο των πολιτών στον εθνικό πλούτο.
Ποιος θα αποφασίζει για το πετρέλαιο της Βενεζουέλας τις επόμενες γενιές; Το ερώτημα βρίσκεται πίσω από τους πανηγυρισμούς για την ενεργειακή συμφωνία της κυβέρνησης Τραμπ με τη μεταβατική ηγεσία στο Καράκας. Οι εξαγγελίες υπόσχονται κεφάλαια και αυξημένη παραγωγή. Η κριτική, όμως, αφορά το ενδεχόμενο να δεσμευτεί ο σημαντικότερος πλουτοπαραγωγικός πόρος της χώρας προτού εξασφαλιστεί ουσιαστικός δημοκρατικός έλεγχος.
Αυτόν τον κίνδυνο αναδεικνύει ο οικονομολόγος Φρανσίσκο Ροντρίγκες, σε ανάλυσή του που δημοσιεύεται στο Capital.gr. Κατά την εκτίμησή του, ο τρόπος με τον οποίο προωθείται η συμφωνία μπορεί να ενισχύσει την εξάρτηση της Βενεζουέλας και να απομακρύνει την προοπτική δημοκρατικής αποκατάστασης. Η ανάλυση του Φρανσίσκο Ροντρίγκες.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει, η Ντέλσι Ροντρίγκες συνδέει τη συμφωνία με επενδύσεις 100 δισ. δολαρίων και αύξηση της ημερήσιας παραγωγής κατά 1,5 εκατομμύριο βαρέλια. Ο Ντόναλντ Τραμπ, από την πλευρά του, προβάλλει τα οφέλη για την αμερικανική ενεργειακή ασφάλεια και την ενίσχυση των στρατηγικών αποθεμάτων, υποστηρίζοντας ότι δεν θα επιβαρυνθούν οι Αμερικανοί φορολογούμενοι.
Πρόκειται για εξαγγελίες και στόχους, των οποίων η υλοποίηση θα κριθεί στην πράξη. Η ανάγκη χρηματοδότησης μιας οικονομίας σε βαθιά κρίση δεν απαντά αυτομάτως στο ποιος θα εισπράττει τα έσοδα, με ποιους όρους και υπό ποια εποπτεία.
Στο επίκεντρο της κριτικής βρίσκονται οι παραχωρήσεις διάρκειας 100 ετών, οι οποίες, κατά το δημοσίευμα, αφορούν κοιτάσματα που αντιστοιχούν περίπου στο ένα πέμπτο των πετρελαϊκών αποθεμάτων της Βενεζουέλας. Μια τέτοια χρονική δέσμευση ξεπερνά τη θητεία οποιασδήποτε κυβέρνησης και επηρεάζει τις επιλογές πολλών επόμενων γενεών.
Εδώ ακριβώς αρχίζει το ζήτημα της λογοδοσίας. Ποιος ελέγχει την αποτίμηση των παραχωρήσεων; Ποιοι είναι οι πραγματικοί δικαιούχοι; Τι προβλέπεται για τα δημόσια έσοδα και ποια δυνατότητα αναθεώρησης θα έχουν μελλοντικές, δημοκρατικά νομιμοποιημένες κυβερνήσεις;
Ο αρθρογράφος αναφέρεται επίσης στη συμμετοχή του επιχειρηματία Αλεχάντρο Μπετανκούρ Λόπεζ, τον οποίο συνδέει με παλαιότερες κρατικές συμβάσεις χωρίς διαγωνισμό. Η αναφορά αυτή εντάσσεται στην ευρύτερη ανησυχία του για τη διαμόρφωση ενός οικονομικού συστήματος στο οποίο οι πολιτικές διασυνδέσεις καθορίζουν την πρόσβαση στον δημόσιο πλούτο.
Η ιστορική σύγκριση που χρησιμοποιεί είναι η Ρωσία των ιδιωτικοποιήσεων της δεκαετίας του 1990. Το επιχείρημά του είναι ότι η συγκέντρωση πολύτιμων περιουσιακών στοιχείων σε λίγους, πολιτικά ευνοημένους επιχειρηματίες μπορεί να δημιουργήσει ισχυρά συμφέροντα εναντίον του ανεξάρτητου ελέγχου. Πρόκειται για προειδοποίηση ως προς τον κίνδυνο, όχι για προδιαγεγραμμένη εξέλιξη της Βενεζουέλας.
Ερωτήματα υπάρχουν και για την υπόσχεση φθηνότερου πετρελαίου. Όπως επισημαίνει ο Ροντρίγκες, η ουσιαστική αύξηση της παραγωγής απαιτεί χρόνια. Η ανακοίνωση μιας μεγάλης επένδυσης δεν ισοδυναμεί με άμεση διάθεση επιπλέον ποσοτήτων στην αγορά. Παράλληλα, ποσότητες που κατευθύνονται στην αναπλήρωση στρατηγικών αποθεμάτων δεν προσφέρονται την ίδια στιγμή για κατανάλωση.
Το πολιτικό διακύβευμα είναι ακόμη μεγαλύτερο. Η Ουάσινγκτον παρουσιάζει μια πορεία από τη σταθεροποίηση στην οικονομική ανάκαμψη και, στη συνέχεια, στη δημοκρατική μετάβαση. Ο κίνδυνος που περιγράφει η ανάλυση είναι να οριστικοποιηθούν οι οικονομικές δεσμεύσεις, ενώ οι θεσμικές εγγυήσεις παραμένουν εκκρεμείς.
Η αποκατάσταση της οικονομίας χρειάζεται επενδύσεις, αλλά και δημόσιους κανόνες, διαφανείς συμβάσεις, ανεξάρτητη εποπτεία και δυνατότητα των πολιτών να ελέγχουν την εξουσία. Χωρίς αυτά, η αύξηση της παραγωγής μπορεί να συνυπάρχει με βαθύτερη ανισότητα και περιορισμένη εθνική αυτονομία.
Η επιτυχία της συμφωνίας θα κριθεί από το αν ο πετρελαϊκός πλούτος βελτιώσει τη ζωή των Βενεζουελάνων και ενισχύσει το δικαίωμά τους να αποφασίζουν για τη χώρα τους. Τα δισεκατομμύρια των εξαγγελιών, από μόνα τους, δεν αποτελούν εγγύηση.

