Στο επίκεντρο συμβάσεις συμβουλευτικών υπηρεσιών και οφειλές δεδουλευμένων. Ο Σπύρος Χαμακιώτης απορρίπτει τις καταγγελίες περί εκφοβισμού και επικαλείται πρόοδο στην εξυγίανση.
Ερωτήματα για τη διαχείριση του Γηροκομείου Αθηνών θέτει δημοσίευμα της «Ζούγκλας», της 9ης Σεπτεμβρίου 2026, που μεταφέρει καταγγελίες για αναθέσεις υπηρεσιών, επαγγελματικές σχέσεις της διοίκησης και πιέσεις σε εργαζομένους. Στο ίδιο ρεπορτάζ φιλοξενείται η απάντηση του Σπύρου Χαμακιώτη, ο οποίος αρνείται τις καταγγελίες περί εκφοβισμού και υποστηρίζει ότι το ίδρυμα προχωρά σε οικονομική και λειτουργική ανάκαμψη.
Το διακύβευμα αφορά τη φροντίδα των ηλικιωμένων, την προστασία των εργαζομένων και τη διαχείριση περιουσίας που προορίζεται για κοινωνικό σκοπό. Οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί χρειάζονται εξέταση με βάση συμβάσεις, οικονομικά στοιχεία και εργασιακά έγγραφα. Το διαθέσιμο υλικό δεν περιλαμβάνει ανεξάρτητο ελεγκτικό πόρισμα που να τους επιβεβαιώνει.
Οι αναθέσεις που τίθενται στο μικροσκόπιο
Το δημοσίευμα συνδέει τον κ. Χαμακιώτη με την εταιρεία «ΔΗΠΕΣ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΙΚΕ», στην οποία αποδίδει συμβάσεις συμβουλευτικών υπηρεσιών με δημοτικούς και κρατικούς φορείς. Μεταξύ άλλων, αναφέρει ανάθεση 20.000 ευρώ από την «Αναπτυξιακή Αθήνας Α.Ε.», στις 25 Φεβρουαρίου 2025, για υπηρεσίες οικονομικής παρακολούθησης προϋπολογισμού έργων και δράσεων.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται σε δύο ακόμη συναλλαγές. Σύμφωνα πάντα με τη «Ζούγκλα», στις 20 Νοεμβρίου 2025 η «Ανάπλαση Δημοσίων Χώρων Α.Ε.», με πρόεδρο τη Σουλτάνα Σπυροπούλου, ανέθεσε στη ΔΗΠΕΣ έργο αξίας 23.000 ευρώ. Την 1η Φεβρουαρίου 2026, το Γηροκομείο φέρεται να ανέθεσε υπηρεσίες τεχνικού συμβούλου στην εταιρεία «ΣΠΥΡΟΠΟΥΛΟΥ ΧΡ. ΣΟΥΛΤΑΝΑ & ΣΙΑ ΕΕ», έναντι 29.760 ευρώ.
Η καταγραφόμενη αλληλουχία θέτει ερωτήματα για τη διαδικασία επιλογής, την τεκμηρίωση του κόστους και ενδεχόμενη σύγκρουση συμφερόντων. Δεν αποδεικνύει από μόνη της παράνομη συναλλαγή ή συμφωνία ανταλλαγής εξυπηρετήσεων. Για την αξιολόγησή της απαιτούνται οι πλήρεις αποφάσεις, οι συμβάσεις, τα παραδοτέα και τα στοιχεία παραλαβής και πληρωμής, τα οποία δεν περιλαμβάνονται στο υλικό που εξετάστηκε.
Η διαφορά για τα δεδουλευμένα
Στο εργασιακό σκέλος, το ρεπορτάζ μεταφέρει καταγγελία εργαζόμενης για παλαιές οφειλές δεδουλευμένων περίπου 57.000 ευρώ. Κατά την καταγγελία, της προτάθηκε διευθέτηση με 2.200 ευρώ και, όταν δεν αποδέχθηκε την πρόταση, ακολούθησε εντολή καταγγελίας της σύμβασής της.
Μεταφέρονται επίσης ισχυρισμοί για εκφοβιστικές παρεμβάσεις ώστε εργαζόμενες να μην προχωρήσουν σε νομικές ενέργειες. Πρόκειται για σοβαρές καταγγελίες, τις οποίες η διοίκηση αμφισβητεί. Από το διαθέσιμο υλικό δεν προκύπτει δικαστική κρίση για τα συγκεκριμένα περιστατικά ούτε μπορεί να εξακριβωθεί το περιεχόμενο μιας ενδεχόμενης πρότασης συμβιβασμού.
Η απάντηση Χαμακιώτη
Στη δήλωσή του προς τη «Ζούγκλα», ο κ. Χαμακιώτης χαρακτηρίζει ανυπόστατες τις καταγγελίες περί bullying. Τις αποδίδει σε μικρό αριθμό εργαζομένων που, όπως υποστηρίζει, είχαν παραμείνει απλήρωτοι για μεγάλο διάστημα επί προηγούμενων διοικήσεων.
Παράλληλα, αναφέρει ότι τα χρέη του ιδρύματος έχουν μειωθεί κατά 56%, ότι οι εργαζόμενοι πληρώνονται κανονικά και ότι οι αποφάσεις λαμβάνονται ομόφωνα. Επικαλείται επίσης τον νόμο 4412/2016 ως πλαίσιο των διαδικασιών.
Για τη λειτουργία του Γηροκομείου, δηλώνει ότι φιλοξενούνται 180 ηλικιωμένοι και ότι τον επόμενο μήνα ο αριθμός θα φτάσει τους 500. Η αναφορά αυτή αποτελεί εξαγγελία της διοίκησης, της οποίας η υλοποίηση μένει να διαπιστωθεί. Σύμφωνα με το δημοσίευμα, δεσμεύθηκε ακόμη να δώσει αναλυτικές απαντήσεις για όσα του καταλογίζονται.
Οι απαντήσεις χρειάζονται έγγραφα
Η επίκληση της εξυγίανσης χρειάζεται να συνοδεύεται από συγκρίσιμα οικονομικά στοιχεία: αρχικό και σημερινό ύψος χρεών, τρόπο μείωσής τους, εξέλιξη εσόδων και κατάσταση των εργασιακών οφειλών. Αντίστοιχα, η αύξηση των φιλοξενούμενων χρειάζεται συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα, διαθέσιμες εγκαταστάσεις και επαρκές προσωπικό.
Η ουσιαστική λογοδοσία θα προκύψει από την εξέταση αυτών των στοιχείων και των επίμαχων συμβάσεων. Για ένα ίδρυμα με αποστολή την αξιοπρεπή φροντίδα των ηλικιωμένων, η διαφάνεια στη διαχείριση και η τεκμηριωμένη απάντηση σε κάθε σοβαρή καταγγελία αποτελούν βασική προϋπόθεση εμπιστοσύνης.

