Η κυβέρνηση παρουσίασε έναν ακόμη κατάλογο μελλοντικών στόχων. Η κοινωνία, όμως, πληρώνει σήμερα: στο σούπερ μάρκετ, στο ρεύμα, στο ενοίκιο, στα χρέη και στο ταμείο της μικρής επιχείρησης.
Σε μία ακόμη ΔΕΘ ακούσαμε για αυξήσεις, φοροελαφρύνσεις, επιδόματα, ενεργειακούς στόχους και έναν νέο «κουμπαρά» για τα παιδιά. Η παρουσίαση ήταν πλούσια σε αριθμούς και ημερομηνίες. Μόνο που το πραγματικό ερώτημα δεν είναι πόσα μέτρα χωρούν σε μία ομιλία. Είναι πόσα από αυτά αλλάζουν τη ζωή του πολίτη όταν τελειώσουν τα χειροκροτήματα.
Και εκεί αρχίζουν τα δύσκολα.
Διότι η κυβέρνηση δεν μπορεί να ζητά να κριθεί μόνο από την ονομαστική αύξηση ενός μισθού, όταν το κόστος ζωής αφαιρεί καθημερινά την αξία του. Δεν μπορεί να μιλά για δημογραφική πολιτική με βασικό εργαλείο έναν λογαριασμό που θα ανοίξει στα 18, όταν το νέο ζευγάρι δεν ξέρει αν μπορεί να πληρώσει τον παιδικό σταθμό τον επόμενο μήνα. Και δεν μπορεί να πανηγυρίζει για την αύξηση του κατώτατου μισθού, αγνοώντας ότι το πραγματικό κόστος της καταβάλλεται από επιχειρήσεις που ήδη πιέζονται από ενέργεια, πρώτες ύλες, ενοίκια, φόρους και εισφορές.
Από τον στόχο των 950 ευρώ στον νέο στόχο των 1.000
Το 2023 η κυβερνητική δέσμευση ήταν σαφής: κατώτατος μισθός 950 ευρώ και μέσος μισθός 1.500 ευρώ έως το τέλος της τετραετίας, δηλαδή το 2027. Η τετραετία δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί, άρα ο απολογισμός δεν μπορεί να κλείσει πρόωρα. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι η κυβέρνηση δικαιούται να αντικαθιστά διαρκώς την αποτίμηση του παρόντος με νέους στόχους για το μέλλον.
Στη ΔΕΘ του 2026 ακούσαμε για κατώτατο μισθό 1.000 ευρώ τον Ιανουάριο του 2028 και για μέσο μισθό άνω των 1.800 ευρώ έως το 2030. Δηλαδή, πριν ακόμη γίνει το ταμείο της προηγούμενης υπόσχεσης, ανοίγει ένας καινούργιος ορίζοντας. Η πολιτική μετατρέπεται σε κυλιόμενο ημερολόγιο: κάθε φορά που πλησιάζει η ημερομηνία ελέγχου, εμφανίζεται μια νέα ημερομηνία με έναν μεγαλύτερο αριθμό.
Αλλά ο εργαζόμενος δεν πληρώνει το σούπερ μάρκετ του 2030. Πληρώνει σήμερα.
Η ακρίβεια σε τρόφιμα, ενέργεια και στέγαση έχει απορροφήσει μεγάλο μέρος των ονομαστικών αυξήσεων των τελευταίων ετών. Η Ελλάδα παραμένει πολύ χαμηλά στους ευρωπαϊκούς δείκτες πραγματικής αγοραστικής δύναμης. Άρα το κρίσιμο δεν είναι μόνο πόσα ευρώ γράφει η μισθοδοσία, αλλά τι μπορούν να αγοράσουν αυτά τα ευρώ.
Όταν ο μισθός ανεβαίνει και το ενοίκιο, το ρεύμα και το καλάθι του νοικοκυριού ανεβαίνουν ταχύτερα, δεν έχουμε αύξηση ευημερίας. Έχουμε διαχείριση της απώλειας.
Το δημογραφικό δεν λύνεται στα 18
Η αποτυχία γίνεται ακόμη πιο καθαρή στο δημογραφικό. Τα τελευταία πλήρη επίσημα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ κατέγραψαν 68.467 γεννήσεις το 2024, για πρώτη φορά κάτω από τις 70.000, και νέα μείωση κατά 4,2% μέσα σε έναν χρόνο. Η τάση είναι αμείλικτη: η χώρα μικραίνει και γερνά.
Μπροστά σε αυτή την εθνική απειλή, ο πρωθυπουργός ανακοίνωσε τον «Κουμπαρά για τη Νέα Γενιά». Οι γονείς θα μπορούν να καταθέτουν έως 1.200 ευρώ τον χρόνο και το κράτος θα προσθέτει ισόποση συμμετοχή, με τα χρήματα να παραμένουν κλειδωμένα μέχρι την ενηλικίωση του παιδιού. Με τη μέγιστη μηνιαία καταβολή και την απόδοση της επένδυσης, το ποσό μπορεί να ξεπεράσει τις 60.000 ευρώ στα 18.
Ωραίο ως αποταμιευτικό κίνητρο. Ανεπαρκές ως απάντηση στο δημογραφικό.
Διότι ο μηχανισμός ξεκινά από μία προϋπόθεση που εκατοντάδες χιλιάδες οικογένειες δεν μπορούν να εκπληρώσουν: να περισσεύουν κάθε μήνα 100 ευρώ για κάθε παιδί. Όποιος έχει τη δυνατότητα να αποταμιεύσει, θα λάβει ισχυρότερη κρατική ενίσχυση. Όποιος δεν έχει, θα πάρει λιγότερα. Δηλαδή, ακόμη και το δημογραφικό κίνητρο συνδέεται με την ήδη υπάρχουσα οικονομική δυνατότητα της οικογένειας.
Το παιδί, όμως, δεν περιμένει να γίνει 18 για να κοστίσει. Χρειάζεται πάνες, γάλα, γιατρό, στέγη, θέρμανση και φροντίδα από την πρώτη ημέρα. Χρειάζεται θέση σε βρεφονηπιακό σταθμό, γονείς που να μην αναγκάζονται να εγκαταλείψουν την εργασία τους και ένα σπίτι που να μην απορροφά τον μισό οικογενειακό προϋπολογισμό.
Το πραγματικό δημογραφικό μέτρο είναι αυτό που επιτρέπει σε ένα νέο ζευγάρι να πει: «Μπορούμε να κάνουμε πρώτο παιδί». Και ύστερα: «Μπορούμε να αντέξουμε και δεύτερο».
Η φορολογική απαλλαγή για τρίτεκνες οικογένειες με εισόδημα έως 20.000 ευρώ αποτελεί υπαρκτή ελάφρυνση. Αλλά είναι παρέμβαση αφού έχουν ήδη γεννηθεί τρία παιδιά και αφορά ένα χαμηλό εισοδηματικό επίπεδο για τις ανάγκες πενταμελούς οικογένειας. Δεν απαντά από μόνη της στο κρίσιμο ερώτημα: ποιο μέτρο αλλάζει σήμερα την απόφαση ενός ζευγαριού που έχει κανένα ή ένα παιδί και φοβάται ότι δεν θα τα βγάλει πέρα;
Αν δεν υπάρχουν επαρκείς δωρεάν δομές, ουσιαστική στήριξη της εργαζόμενης μητέρας και του εργαζόμενου πατέρα, ευέλικτη εργασία με δικαιώματα και δραστική μείωση του κόστους στέγασης και ανατροφής, ο «κουμπαράς» κινδυνεύει να γίνει το πιο ακριβό άλλοθι μιας φθηνής δημογραφικής πολιτικής.
Το ρεύμα καίει σήμερα, η μείωση έρχεται το 2029
Στην ενέργεια ακούσαμε έναν ακόμη μεγάλο στόχο: σταδιακή μείωση της χονδρεμπορικής τιμής του ηλεκτρικού ρεύματος κατά 30% έως το 2029, μαζί με μείωση των χρεώσεων ΥΚΩ από το 2027.
Κάθε μόνιμη μείωση είναι αναγκαία. Όμως η χονδρεμπορική τιμή δεν ταυτίζεται αυτομάτως με την τελική επιβάρυνση στον λογαριασμό. Ανάμεσα στις δύο παρεμβάλλονται δίκτυα, ρυθμιζόμενες χρεώσεις, φόροι, συμβάσεις και εμπορικές πολιτικές. Το νοικοκυριό και η επιχείρηση χρειάζονται σαφή, μετρήσιμη και άμεση μείωση στο ποσό που πληρώνουν — όχι μόνο έναν στόχο για την αγορά ηλεκτρισμού σε βάθος τριετίας.
Η παραγωγή δεν μπορεί να περιμένει το 2029. Η βιοτεχνία, ο φούρνος, το εστιατόριο και το μικρό κατάστημα πρέπει να εξοφλήσουν τον επόμενο λογαριασμό τώρα.
Ο ελέφαντας των 400 δισ. που έμεινε σχεδόν αόρατος
Υπάρχει και το ιδιωτικό χρέος. Ανάλογα με τη μεθοδολογία και το ποιες κατηγορίες οφειλών συνυπολογίζονται, οι πρόσφατες αποτιμήσεις το ανεβάζουν πάνω από τα 400 δισ. ευρώ. Δεν είναι ένας αφηρημένος αριθμός. Είναι οφειλές σε τράπεζες, εταιρείες διαχείρισης, Δημόσιο, ασφαλιστικά ταμεία και προμηθευτές. Είναι δεσμευμένοι λογαριασμοί, χαμένες ρυθμίσεις, διαταγές πληρωμής και πλειστηριασμοί.
Κι όμως, από τη ΔΕΘ δεν προέκυψε μια μεγάλη, μόνιμη λύση για την υπερχρέωση. Δεν παρουσιάστηκε μια νέα ισορροπία ανάμεσα στον πιστωτή και στον πολίτη. Δεν ακούστηκε η θεσμική τομή που θα υποχρεώνει σε βιώσιμες ρυθμίσεις με βάση το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα και την αξία της περιουσίας.
Μια κυβέρνηση δεν μπορεί να μιλά για αύξηση εισοδήματος χωρίς να μιλά για το κομμάτι αυτού του εισοδήματος που έχει ήδη υποθηκευτεί στο παρελθόν.
Η εστίαση περίμενε ανάσα και πήρε… τον «Λογαριασμό»
Οι άνθρωποι της εστίασης περίμεναν άμεσες απαντήσεις: ουσιαστική μείωση του ΦΠΑ, χαμηλότερο μη μισθολογικό κόστος, γενναία μείωση της προκαταβολής φόρου και παρέμβαση στο ενεργειακό και λειτουργικό κόστος.
Η κυβέρνηση ανακοίνωσε μείωση της προκαταβολής φόρου για τα φυσικά πρόσωπα με επιχειρηματική δραστηριότητα από 55% σε 50% από το 2027. Για τα νομικά πρόσωπα, η μείωση από το σημερινό 80% προς το 50% παραπέμπεται σταδιακά στα επόμενα χρόνια. Πρόκειται για ελάφρυνση, αλλά όχι για τη μεγάλη και άμεση ανάσα που ζητά η αγορά. Ούτε ανακοινώθηκε η ειδική μείωση ΦΠΑ που διεκδικεί ο κλάδος.
Αντί γι’ αυτά, η ΔΕΘ είχε και Κατερίνα Λιόλιου. Με άλλα λόγια, η εστίαση περίμενε λύση και άκουσε… «τον λογαριασμό».
Το αστείο, όμως, τελειώνει στο ταμείο.
Ο κατώτατος μισθός αυξάνεται και σωστά πρέπει να αυξάνεται. Αλλά τα χρήματα δεν τα βγάζει η κυβερνητική ομιλία. Τα βρίσκει κάθε μήνα η επιχείρηση. Όταν μαζί ανεβαίνουν η ενέργεια, οι πρώτες ύλες, τα ενοίκια και οι λοιπές υποχρεώσεις, η αύξηση του μισθολογικού κόστους δεν εξαφανίζεται. Μεταφέρεται στην τιμή, περιορίζει προσλήψεις, συμπιέζει ώρες λειτουργίας ή οδηγεί σε λουκέτο.
Και μετά η ίδια η εστίαση κατηγορείται για την ακρίβεια.
Δεν μπορεί το κράτος να απαιτεί από μια μικρή επιχείρηση να πληρώνει συνεχώς περισσότερα, να κρατά χαμηλές τιμές, να διατηρεί όλο το προσωπικό, να επενδύει και ταυτόχρονα να προχρηματοδοτεί τον φόρο της επόμενης χρονιάς. Η εστίαση δεν ζητά ελεημοσύνη. Ζητά να μπορεί να λειτουργεί νόμιμα χωρίς να τιμωρείται γι’ αυτό.
Η απάντηση δεν είναι ο Σαμαράς — είναι η λογοδοσία που απαιτεί η Καρυστιανού
Η αποτυχία της σημερινής κυβέρνησης δεν μπορεί να ξεπλύνει το πολιτικό παρελθόν κανενός. Και ασφαλώς δεν μπορεί να μετατρέψει τον Αντώνη Σαμαρά σε αθώο παρατηρητή της πορείας που έφερε την κοινωνία έως εδώ.
Ο πρώην πρωθυπουργός δικαιούται να ασκεί κριτική στον Κυριάκο Μητσοτάκη. Δεν δικαιούται, όμως, να εμφανίζεται ως άγραφο χαρτί. Κυβέρνησε στη σκληρότερη μνημονιακή περίοδο, συνδέθηκε με βαριά φορολογία και κοινωνική συμπίεση και αποτελεί οργανικό μέρος του πολιτικού συστήματος που σήμερα καταγγέλλει. Η σύγκρουσή του με το Μέγαρο Μαξίμου μπορεί να είναι πραγματική, αλλά παραμένει σε μεγάλο βαθμό σύγκρουση μέσα στον ίδιο παλιό κόσμο εξουσίας.
Η κοινωνία δεν χρειάζεται αλλαγή διαχειριστή στην ίδια πολυκατοικία. Χρειάζεται να αλλάξει τους κανόνες.
Γι’ αυτό αποκτά διαφορετική πολιτική βαρύτητα η παρουσία της Μαρίας Καρυστιανού και της «Ελπίδας για τη Δημοκρατία». Η Καρυστιανού δεν προέρχεται από τους κομματικούς διαδρόμους ούτε ζητά να ξεχαστεί μια προηγούμενη κυβερνητική θητεία. Μπήκε στη δημόσια ζωή μέσα από την απαίτηση για αλήθεια, δικαιοσύνη και λογοδοσία και έχει διατυπώσει το αυτονόητο ερώτημα προς όσους κυβέρνησαν: γιατί δεν έκαναν τότε όσα υπόσχονται σήμερα;
Η στήριξη προς αυτή τη νέα προσπάθεια δεν χρειάζεται αγιογραφία ούτε λευκή επιταγή. Χρειάζεται την ίδια αυστηρότητα που απαιτούμε από όλους: καθαρό πρόγραμμα, δημοκρατικές διαδικασίες, τεκμηριωμένες προτάσεις και πρόσωπα χωρίς εξαρτήσεις. Αλλά η αφετηρία της είναι διαφορετική. Δεν ζητά αποκατάσταση ενός παλιού πρωταγωνιστή. Εκφράζει την απαίτηση πολιτών να πάψει η εξουσία να ελέγχει τον εαυτό της.
Ανάμεσα, λοιπόν, στην ανακύκλωση του παλιού πολιτικού προσωπικού και σε μια νέα κοινωνική δύναμη που οφείλει να αποδείξει την αξία της, η επιλογή είναι καθαρή: όχι επιστροφή στον Σαμαρά — χώρος, έλεγχος και ευκαιρία στην Καρυστιανού.
Η ζωή δεν είναι παρουσίαση PowerPoint
Ορισμένες από τις εξαγγελίες έχουν πραγματικό οικονομικό όφελος και δεν πρέπει να μηδενίζονται για λόγους αντιπολιτευτικής ευκολίας. Αυτό, όμως, δεν αλλάζει τη μεγάλη εικόνα: οι περισσότερες κρίσιμες απαντήσεις μεταφέρονται ξανά στο μέλλον, ενώ τα προβλήματα απαιτούν λύση στο παρόν.
Ο πολίτης δεν ζητά άλλον έναν πίνακα δισεκατομμυρίων. Ζητά να μπορεί να ζήσει από τον μισθό του, να αποκτήσει σπίτι, να κάνει οικογένεια, να πληρώσει το ρεύμα και να μη φοβάται ότι ένα απρόοπτο θα τον παραδώσει σε μια εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων.
Η κυβέρνηση δεν θα κριθεί από το πόσο ακριβό ήταν το πακέτο της ΔΕΘ. Θα κριθεί από το αν, στο τέλος του μήνα, περισσεύει κάτι στον εργαζόμενο, στον γονιό και στον μικρό επαγγελματία.
Και σε αυτό το τεστ, οι εξαγγελίες του 2026 μοιάζουν πολύ μικρότερες από τις ανάγκες της χώρας. Γιατί η κοινωνία δεν ζει το 2029 ή το 2030. Ζει — και πληρώνει — σήμερα.

