Η κυβερνητική φθορά δεν εξασφαλίζει νίκη στην αντιπολίτευση. Αλλά ούτε οι αναποφάσιστοι, η αποχή και οι απόδημοι αποτελούν εκλογική προίκα οποιουδήποτε κόμματος.
Όποιος αντιμετωπίζει μια δημοσκόπηση ως τελικό εκλογικό αποτέλεσμα κινδυνεύει να βρεθεί προ εκπλήξεων. Αυτό ισχύει για όσους προεξοφλούν την ήττα της Νέας Δημοκρατίας, αλλά και για όσους μετατρέπουν μια προσωπική πρόβλεψη για ποσοστό 38–39% σε σχεδόν βέβαιη εξέλιξη.
Η απόσταση ανάμεσα στη δημοσκοπική καταγραφή και στην κάλπη είναι πραγματική. Όπως επισημαίνει η Αμερικανική Ένωση Έρευνας Κοινής Γνώμης, οι προεκλογικές μετρήσεις αποτυπώνουν τις διαθέσεις κατά τον χρόνο διεξαγωγής τους. Μεταβολές προτιμήσεων, δυσκολίες αντιπροσώπευσης και η εκτίμηση του ποιοι τελικά θα ψηφίσουν επηρεάζουν την απόκλισή τους από το αποτέλεσμα.
Αυτό, όμως, αφήνει ανοιχτές περισσότερες από μία εκβάσεις.
Οι αναποφάσιστοι δεν έχουν προκρατημένη ψήφο
Ο ισχυρισμός ότι το 70–80% των αναποφάσιστων θα καταλήξει στη ΝΔ χρειάζεται συγκεκριμένη τεκμηρίωση. Η παράσταση νίκης καταγράφει ποιο κόμμα πιστεύει κάποιος ότι θα κερδίσει. Η προσωπική του επιλογή είναι διαφορετικό ερώτημα.
Ούτε μπορεί να θεωρείται δεδομένο ότι όλες οι εταιρείες εφαρμόζουν την ίδια αναγωγή. Για να αξιολογηθεί μια εκτίμηση χρειάζονται η συγκεκριμένη έρευνα, η ημερομηνία της και η δημοσιευμένη μεθοδολογία της.
Ακόμη και η αριθμητική του επιχειρήματος απαιτεί προσοχή. Σε ένα απλουστευμένο παράδειγμα, με αρχικό ποσοστό 26% και αναποφάσιστους 12% στην ίδια βάση υπολογισμού, η προσέλκυση του 70–80% αυτών προσθέτει 8,4–9,6 μονάδες. Το αποτέλεσμα γίνεται 34,4–35,6%, πριν από άλλες μεταβολές και τυχόν επανυπολογισμό επί των εγκύρων. Το 38–39% απαιτεί πρόσθετες παραδοχές. Και δεν επιτρέπεται να προστεθούν ξανά οι αναποφάσιστοι σε ποσοστό που ήδη περιλαμβάνει αναγωγή.
Η αποχή και η σταθερότητα δεν λειτουργούν μονόδρομα
Είναι εύλογο να εξετάζεται αν ένας ψηφοφόρος που δηλώνει προτίμηση σε μικρό κόμμα θα προσέλθει τελικά στην κάλπη. Είναι αυθαίρετο να θεωρείται βέβαιο ότι θα προτιμήσει τον καφέ του.
Το ίδιο ερώτημα αφορά και τον δυσαρεστημένο κυβερνητικό ψηφοφόρο: θα επιστρέψει, θα μετακινηθεί ή θα απέχει; Χωρίς στοιχεία, η υπόθεση ότι κινητοποιούνται μόνο οι υποστηρικτές της κυβέρνησης παραμένει ευνοϊκό σενάριο για εκείνη.
Αντίστοιχα, το αίτημα σταθερότητας μπορεί να ενισχύσει μια κυβέρνηση. Χρειάζεται όμως να συνοδεύεται από εμπιστοσύνη στην αποτελεσματικότητά της. Η επίκληση εξωτερικών απειλών δεν καταργεί την αξιολόγηση του κυβερνητικού έργου.
Οι απόδημοι δεν είναι έτοιμο κομματικό εκλογικό σώμα
Η επιστολική ψήφος για τις βουλευτικές εκλογές των εκτός Επικράτειας εκλογέων προβλέπεται πλέον από το σχετικό πλαίσιο. Ωστόσο, δικαίωμα εγγραφής έχουν Έλληνες πολίτες με δικαίωμα εκλέγειν, εγγεγραμμένοι σε ελληνικό εκλογικό κατάλογο, οι οποίοι ακολουθούν την προβλεπόμενη διαδικασία. Η ελληνική καταγωγή από μόνη της δεν αρκεί. Υπουργείο Εσωτερικών — εγκύκλιος για τους εκλογείς εξωτερικού
Επομένως, ο πολλαπλασιασμός ενός εκτιμώμενου πληθυσμού Ελληνοαμερικανών επί 10% δεν παράγει αυτομάτως 300.000 ελληνικές ψήφους. Πολύ περισσότερο, μια προτίμηση στους Ρεπουμπλικανούς δεν αποδεικνύει αντίστοιχη επιλογή στην ελληνική κάλπη.
Το ίδιο μέτρο χρειάζεται στις κομματικές συνεργασίες. Μια σύμπραξη μπορεί να προκαλέσει αποχωρήσεις, αλλά μπορεί και να κινητοποιήσει νέους ψηφοφόρους. Το «1+1 κάνει 1,5» είναι πολιτική εκτίμηση, όχι σταθερός εκλογικός συντελεστής.
Η αντιπολίτευση οφείλει να πείσει ότι διαθέτει αξιόπιστη πρόταση διακυβέρνησης. Ο Αλέξης Τσίπρας, όπως κάθε πολιτικός που έχει κυβερνήσει, κρίνεται και από το προηγούμενο έργο του. Αντίστοιχα, η κυβέρνηση δεν δικαιούται να θεωρεί την αδυναμία των αντιπάλων της ανεξάντλητη πηγή στήριξης.
Όσο για μετακίνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη στην προεδρία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής το 2029 και διαδοχή από τον Χατζηδάκη ή τον Πιερρακάκη, πρόκειται για προσωπικό πολιτικό σενάριο. Δεν παρουσιάζονται στοιχεία που να το καθιστούν προγραμματισμένη εξέλιξη.
Οι εκλογές χρειάζονται ψηφοφόρους που πείθονται και προσέρχονται. Τα ποσοστά που βολεύουν τον καθένα δεν αρκούν.

