Η δουλειά του περιφερειάρχη δεν είναι να υποκλίνεται στην κυβέρνηση, αλλά να διεκδικεί από αυτήν – Ιδίως όταν εκπροσωπεί μια περιοχή που πληρώνει βαρύ τίμημα από την απολιγνιτοποίηση
«Εξοχότατε, κύριε Πρωθυπουργέ».
Με αυτή την προσφώνηση επέλεξε ο Περιφερειάρχης Δυτικής Μακεδονίας, Γιώργος Αμανατίδης, να απευθυνθεί στον Κυριάκο Μητσοτάκη κατά την πρόσφατη επίσκεψή του στην Πτολεμαΐδα.
Μια φράση ήταν αρκετή.
Όχι επειδή προκλήθηκε κάποιο θεσμικό πραξικόπημα ούτε επειδή η λέξη «Εξοχότατε» απαγορεύεται διά νόμου. Αλλά επειδή στη Δημοκρατία οι λέξεις αποκαλύπτουν αντιλήψεις.
Και η συγκεκριμένη προσφώνηση δεν παρέπεμπε σε σχέση ισότιμης θεσμικής συνεργασίας. Παρέπεμπε περισσότερο σε αυλή, με τον τοπικό άρχοντα να υποδέχεται τον ανώτατο ηγεμόνα.
Μόνο που η Ελλάδα δεν έχει ηγεμόνες.
Έχει εκλεγμένους, προσωρινούς και ελεγχόμενους διαχειριστές της εξουσίας.
Ο περιφερειάρχης δεν είναι αυλικός
Ο πρωθυπουργός δικαιούται τον θεσμικό σεβασμό που αντιστοιχεί στο αξίωμά του. Δεν χρειάζεται, όμως, τίτλους που θυμίζουν άλλες εποχές.
Το «κύριε Πρωθυπουργέ» είναι απολύτως επαρκές.
Οτιδήποτε περισσότερο, ειδικά όταν προέρχεται από έναν επίσης εκλεγμένο εκπρόσωπο, δημιουργεί την εικόνα πολιτικής υποτέλειας. Και ο περιφερειάρχης δεν εκλέγεται για να εντυπωσιάζει το Μέγαρο Μαξίμου με το λεξιλόγιό του.
Εκλέγεται για να υπερασπίζεται τον τόπο του.
Να ζητά συγκεκριμένα χρονοδιαγράμματα, χρηματοδοτήσεις, θέσεις εργασίας και εγγυήσεις. Να ελέγχει τις κυβερνητικές υποσχέσεις και, όταν χρειάζεται, να συγκρούεται.
Όχι να υποκλίνεται λεκτικά προσδοκώντας την εύνοια της κεντρικής εξουσίας.
Η Δυτική Μακεδονία δεν χρειάζεται φιλοφρονήσεις
Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο προβληματική επειδή εκτυλίχθηκε στη Δυτική Μακεδονία.
Σε μια περιοχή που αντιμετωπίζει τις συνέπειες της βίαιης ενεργειακής μετάβασης, την απώλεια θέσεων εργασίας, την πληθυσμιακή συρρίκνωση και ένα από τα υψηλότερα ποσοστά ανεργίας στη χώρα.
Κατά την κυβερνητική επίσκεψη παρουσιάστηκε η υπό κατασκευή μονάδα Συμπαραγωγής Ηλεκτρισμού και Θερμότητας Υψηλής Απόδοσης της ΔΕΗ, προϋπολογισμού 80 εκατομμυρίων ευρώ. Ανακοινώθηκαν επενδύσεις και διατυπώθηκαν αισιόδοξες προβλέψεις για νέες, καλύτερα αμειβόμενες θέσεις εργασίας.
Ωραία όλα αυτά.
Η δουλειά, όμως, του περιφερειάρχη ήταν να ρωτήσει πόσες μόνιμες θέσεις θα δημιουργηθούν, πότε θα ολοκληρωθούν τα έργα, ποιο θα είναι το πραγματικό όφελος για την τοπική οικονομία και πώς θα αντικατασταθεί το εισόδημα που χάθηκε από την υποχώρηση της λιγνιτικής δραστηριότητας.
Γιατί η κοινωνία δεν ζεσταίνεται με προσφωνήσεις και δεν πληρώνει τους λογαριασμούς της με κυβερνητικές φωτογραφίες.
Τα δημόσια χρήματα δεν είναι προσωπική χάρη
Πίσω από το «Εξοχότατε» κρύβεται ένα βαθύτερο πρόβλημα της ελληνικής πολιτικής ζωής: η αντίληψη ότι η κεντρική κυβέρνηση είναι ο ιδιοκτήτης του κράτους και η αυτοδιοίκηση πρέπει να παρακαλά για ένα έργο, μια χρηματοδότηση ή μια έγκριση.
Τα χρήματα που κατευθύνονται στις περιφέρειες δεν προέρχονται από την προσωπική περιουσία κανενός πρωθυπουργού ή υπουργού.
Είναι δημόσιοι, εθνικοί και ευρωπαϊκοί πόροι. Ανήκουν στους πολίτες και πρέπει να κατανέμονται με σχέδιο, διαφάνεια και αντικειμενικά κριτήρια.
Η αυτοδιοίκηση δεν είναι επαίτης.
Οφείλει να συνομιλεί με την κυβέρνηση ως θεσμικός εταίρος, με επιχειρήματα, πρόγραμμα και αξιοπρέπεια. Όταν εμφανίζεται ως παρακατιανός συγγενής που περιμένει το κυβερνητικό «χαρτζιλίκι», μειώνει πρώτα απ’ όλα τους ανθρώπους που εκπροσωπεί.
Η αριστεία δεν είναι τίτλος
Ο σεβασμός δεν επιβάλλεται με προσφωνήσεις. Κερδίζεται με το έργο.
Εάν η κυβέρνηση καταφέρει να αναστρέψει την ανεργία, να δημιουργήσει μόνιμες θέσεις εργασίας και να δώσει πραγματικό μέλλον στη Δυτική Μακεδονία, οι πολίτες θα το αναγνωρίσουν.
Εάν ο περιφερειάρχης διεκδικήσει, ελέγξει και πετύχει, θα κερδίσει επίσης τον σεβασμό τους.
Μέχρι τότε, λιγότερα «Εξοχότατε» και περισσότερες απαιτήσεις.
Γιατί στη Δημοκρατία εξοχότατος δεν είναι ο κυβερνήτης.
Κυρίαρχος είναι ο λαός.

