Το «στηρίζουμε την Ελλάδα» αποκτά περιεχόμενο στο ράφι, στο χωράφι, στο εργοστάσιο και στις αποφάσεις της εξουσίας.
Μια εικόνα με την ελληνική σημαία και την επιγραφή «Made in Greece» καλεί τους πολίτες να στηρίξουν την οικονομία της χώρας. Το μήνυμα έχει έναν πυρήνα που αξίζει να πάρουμε σοβαρά: η ελληνική παραγωγή χρειάζεται πραγματική στήριξη. Χρειάζεται παραγγελίες, πρόσβαση στην αγορά, ανθρώπους που μπορούν να ζήσουν από τη δουλειά τους. Το πάτημα της κοινοποίησης είναι εύκολο. Η συνέπεια αρχίζει μόλις κλείσει η οθόνη.
Ο παραγωγός δεν πληρώνει τον λογαριασμό του με διαδικτυακά χειροκροτήματα. Η μικρή βιοτεχνία δεν αγοράζει εξοπλισμό με ευχές. Και ο νέος που θέλει να δουλέψει στον τόπο του χρειάζεται μια βιώσιμη επιχείρηση να τον προσλάβει. Εκεί πρέπει να μετριέται η αγάπη για την πατρίδα: στις προϋποθέσεις που δημιουργούμε ώστε να μπορεί κάποιος να παράγει και να αμείβεται αξιοπρεπώς εδώ.
Η πρώτη ερώτηση, λοιπόν, απευθύνεται στην πολιτεία: τι ακριβώς κάνεις για αυτόν που παράγει;
Η στήριξη οφείλει να φαίνεται στο κόστος της ενέργειας, στη λειτουργία των υποδομών, στην πρόσβαση στη χρηματοδότηση, στις έγκαιρες πληρωμές και στη σταθερότητα των κανόνων. Να μπορεί μια επιχείρηση να προγραμματίσει την επόμενη χρονιά της. Να μπορεί ένας αγρότης να υπολογίσει αν αξίζει να συνεχίσει. Να έχει ο μικρός μεταποιητής ευκαιρία να φτάσει στο ράφι.
Όποιος κυβερνά και επικαλείται την παραγωγική ανασυγκρότηση οφείλει να παρουσιάζει αποτέλεσμα. Πόσες επενδύσεις προχώρησαν; Πόσες θέσεις εργασίας διατηρήθηκαν; Ποια εμπόδια αφαιρέθηκαν; Οι φωτογραφίες δίπλα σε προϊόντα είναι χρήσιμες για το επικοινωνιακό επιτελείο. Για τον παραγωγό, χρήσιμη είναι η παραγγελία.
Ευθύνη έχουν και οι επιχειρήσεις που ζητούν την προτίμησή μας. Η ελληνική προέλευση αξίζει να συνοδεύεται από ποιότητα, καθαρή ενημέρωση, λογική τιμολόγηση και σεβασμό στον εργαζόμενο. Η σημαία πάνω στη συσκευασία δεν δίνει λευκή επιταγή. Ο καταναλωτής δικαιούται να ξέρει πού παράγεται αυτό που αγοράζει, από ποιες πρώτες ύλες και ποιο μέρος της παραγωγικής διαδικασίας γίνεται στην Ελλάδα.
Το «ελληνικό» πρέπει να περιγράφει πραγματική παραγωγή, με στοιχεία που ο αγοραστής μπορεί να ελέγξει.
Από την πλευρά μας, μπορούμε να κοιτάζουμε λίγο περισσότερο την προέλευση και να δίνουμε προτεραιότητα στα ελληνικά προϊόντα όπου η ποιότητα και το πορτοφόλι μας το επιτρέπουν. Να γνωρίζουμε τους τοπικούς παραγωγούς. Να ζητούμε από τα καταστήματα περισσότερες επιλογές εγχώριας παραγωγής. Να αντιμετωπίζουμε την αγορά ως καθημερινή απόφαση με συνέπειες για τον τόπο μας.
Ας περισσέψει, όμως, λίγη σοβαρότητα πριν αρχίσουν τα κηρύγματα στον χαμηλόμισθο. Όποιος μετρά τα χρήματα μέχρι το τέλος του μήνα δεν χρειάζεται εξετάσεις πατριωτισμού στο ταμείο. Χρειάζεται εισόδημα που να του επιτρέπει επιλογές. Η απαίτηση να στηριχθεί η ελληνική παραγωγή δεσμεύει πρώτα εκείνους που διαμορφώνουν τους όρους λειτουργίας της οικονομίας.
Η εικόνα επεκτείνει το κάλεσμά της σε μποϊκοτάζ τουρκικών προϊόντων, ταξιδιών και τηλεοπτικών σειρών. Καθένας μπορεί να εκφράσει πολιτική στάση μέσα από τις αγορές και τις επιλογές ψυχαγωγίας του. Η συζήτηση, ωστόσο, χρειάζεται συγκεκριμένο στόχο: πώς θα ενισχυθεί η δική μας παραγωγική δυνατότητα. Το κλείσιμο μιας τηλεόρασης αφήνει ανοιχτό το ερώτημα ποιος θα χρηματοδοτήσει την επόμενη ελληνική παραγωγή, ποιος θα απασχολήσει τους δημιουργούς και με ποιους όρους.
Στην Εύβοια και στη Στερεά Ελλάδα, αυτό το αίτημα μπορεί να αποκτήσει καθημερινό περιεχόμενο: συνεργασίες παραγωγών με καταστήματα και επιχειρήσεις εστίασης, ανάδειξη τοπικών προϊόντων, ουσιαστική σύνδεση του τουρισμού με την παραγωγή. Να μπορεί ο επισκέπτης να γνωρίζει τον τόπο και μέσα από όσα παράγει.
Η ελληνική παραγωγή χρειάζεται μια σταθερή θέση στις προτεραιότητές μας. Στον οικογενειακό προϋπολογισμό, όπου υπάρχει δυνατότητα. Στις επιχειρηματικές συνεργασίες. Κυρίως, στις κυβερνητικές αποφάσεις.
Το «Made in Greece» πρέπει να είναι σχέδιο δουλειάς και αξιοπρεπούς ζωής. Πόσο ακόμη θα το αντιμετωπίζουμε σαν λεζάντα κάτω από μια σημαία;

