Μια κοινωνία μπορεί να χάσει τη δύναμή της όταν οι άνθρωποί της αρχίσουν να βλέπουν ο ένας στον άλλον τον εχθρό. Όταν ο θυμός για όσα στερούνται μετατρέπεται σε μίσος για όσα δικαιούται ο διπλανός τους.
Μια σκοτεινή παραβολή περιγράφει έναν αγρότη που είχε τη φάρμα του γεμάτη ποντίκια. Για να απαλλαγεί από αυτά, έσφαξε ένα γουρούνι και το πέταξε μέσα σε ένα άδειο πηγάδι. Τα ποντίκια κατέβηκαν για να φάνε και παγιδεύτηκαν εκεί.
Όσο υπήρχε τροφή, έτρωγαν. Όταν τελείωσε, άρχισαν, στην ιστορία, να τρώνε το ένα το άλλο. Ώσπου απέμεινε μόνο ένα.
Τότε ο αγρότης το έβγαλε και το άφησε ελεύθερο. Στη λογική της παραβολής, είχε αποκτήσει αυτό που ήθελε: ένα ποντίκι μαθημένο να τρώει τα όμοιά του.
Το πιο ανατριχιαστικό σημείο είναι πως ο τελευταίος επιζών βγαίνει από το πηγάδι κουβαλώντας μαζί του τη συμπεριφορά που του επέβαλε η παγίδα.
Κάπως έτσι λειτουργεί και ο κοινωνικός διχασμός, όταν η ανασφάλεια γίνεται εργαλείο πολιτικής εκμετάλλευσης. Ο άνθρωπος που δυσκολεύεται να ζήσει καλείται να θυμώσει με κάποιον εξίσου πιεσμένο. Να θεωρήσει πρόκληση τον μισθό του άλλου, υπερβολή τη σύνταξή του, προνόμιο την προστασία του, ενόχληση τη διεκδίκησή του.
Ο εργαζόμενος στον ιδιωτικό τομέα απέναντι στον δημόσιο υπάλληλο. Ο άνεργος απέναντι στον εργαζόμενο. Ο μικρός επαγγελματίας απέναντι στον αγρότη. Ο νέος απέναντι στον συνταξιούχο.
Σε αυτή τη λογική, κάθε κοινωνική ομάδα καλείται να υποδείξει μια άλλη που πρέπει να χάσει κάτι. Και κάπου εκεί ξεχνιέται το ουσιαστικό ερώτημα: ποιος αποφασίζει για τις συνθήκες μέσα στις οποίες όλοι προσπαθούν να επιβιώσουν;
Η συζήτηση μικραίνει. Από τους μισθούς, τις τιμές, τις υπηρεσίες και τις δημόσιες αποφάσεις καταλήγει στο «γιατί παίρνει εκείνος;». Η απαίτηση για μια αξιοπρεπή ζωή παραχωρεί τη θέση της στην επιθυμία να δυσκολευτεί και ο άλλος.
Αυτό είναι το βαθύτερο δηλητήριο του διχασμού: να βαφτίζεται δικαιοσύνη η επέκταση της δυστυχίας.
Και η παγίδα γίνεται ακόμη πιο αποτελεσματική όταν αποκτά κομματικό χρώμα. Όταν μια αδικία μάς εξοργίζει μόνο εφόσον την προκαλούν οι απέναντι. Όταν για τους «δικούς μας» περισσεύουν οι δικαιολογίες, ενώ για τον συμπολίτη που διαφωνεί περισσεύουν οι προσβολές.
Τότε ο πολίτης αναλαμβάνει μόνος του τη δουλειά της απαλλαγής της εξουσίας από την ευθύνη. Υπερασπίζεται εκείνον που οφείλει να ελέγχει και επιτίθεται σε εκείνον με τον οποίο θα μπορούσε να διεκδικήσει.
Οι κοινωνικές διαφορές, βέβαια, είναι πραγματικές. Υπάρχουν αντίθετα συμφέροντα, ευθύνες και πράξεις που χρειάζονται σύγκρουση και λογοδοσία. Η επίκληση της ενότητας δεν μπορεί να γίνεται συγχωροχάρτι για την αυθαιρεσία. Η αλληλεγγύη απαιτεί κρίση: να αναγνωρίζεις ποιος αποφασίζει, ποιος ωφελείται και ποιος υφίσταται τις συνέπειες.
Απαιτεί επίσης να αντέχεις τη διαφωνία χωρίς να αφαιρείς από τον άλλον την αξιοπρέπειά του. Να εξετάζεις ένα αίτημα πριν καταδικάσεις ολόκληρη την κοινωνική ομάδα που το διατυπώνει. Να ζητάς από τους εκπροσώπους σου απαντήσεις με την ίδια αυστηρότητα που τις ζητάς από τους αντιπάλους τους.
Στην παραβολή, το τελευταίο ποντίκι επιβίωσε εκπληρώνοντας τον σκοπό εκείνου που είχε στήσει την παγίδα. Αυτή είναι και η προειδοποίηση για εμάς: μπορεί να πανηγυρίζουμε την ήττα του διπλανού μας και να έχουμε ήδη χάσει τη δυνατότητα να αλλάξουμε τη δική μας ζωή.
Όσο τρωγόμαστε μέσα στο πηγάδι, ποιος λογοδοτεί για την παγίδα;

