Οι διαδηλώσεις στη Θεσσαλονίκη έστειλαν μήνυμα αντίστασης. Όμως, αν οι κορυφαίες συνδικαλιστικές διοικήσεις δεν αποδεσμευτούν από κυβερνήσεις, κόμματα και παρατάξεις, η οργή των εργαζομένων θα συνεχίσει να εκτονώνεται χωρίς αποτέλεσμα.
Οι κινητοποιήσεις στη Θεσσαλονίκη, στο πλαίσιο της Διεθνούς Έκθεσης, ήταν αναγκαίες. Οι εργαζόμενοι βγήκαν στον δρόμο, έκαναν αισθητή την παρουσία τους και απέδειξαν ότι, παρά την κόπωση, την απογοήτευση και την οικονομική πίεση, υπάρχει ακόμη διάθεση για αγώνα και διεκδίκηση.
Αυτό, όμως, δεν αρκεί.
Μια πορεία, μια συγκέντρωση και μερικές ανακοινώσεις δεν συνιστούν από μόνες τους αποτελεσματική συνδικαλιστική στρατηγική. Όταν η κινητοποίηση γίνεται μια προβλέψιμη ετήσια τελετουργία, χωρίς συνέχεια, κλιμάκωση και συγκεκριμένο σχέδιο πίεσης, η εκάστοτε κυβέρνηση μαθαίνει απλώς να την περιμένει — και μετά να την προσπερνά.

Τα συνδικάτα ανήκουν στους εργαζόμενους
Η ΑΔΕΔΥ, η ΓΣΕΕ, η ΠΟΕΔΗΝ και κάθε συνδικαλιστικό όργανο δεν ανήκουν στην κυβέρνηση. Δεν ανήκουν στην εκάστοτε αντιπολίτευση. Δεν είναι ιδιοκτησία κομματικών παρατάξεων ούτε σκαλοπάτι για προσωπικές διαδρομές.
Είναι όργανα των εργαζομένων.
Σε αυτή την αυτονόητη αρχή πρέπει να επιστρέψει το συνδικαλιστικό κίνημα. Με διοικήσεις που θα λογοδοτούν στους χώρους δουλειάς και όχι στα κομματικά γραφεία. Με εκπροσώπους που θα βρίσκονται δίπλα στον εργαζόμενο πριν από την κάμερα, μετά την πορεία και όταν σβήσουν τα φώτα της επικαιρότητας.
Οι εργαζόμενοι δεν χρειάζονται συνδικαλιστικές ηγεσίες που μετρούν την επιτυχία μιας κινητοποίησης από τις τηλεοπτικές εικόνες. Χρειάζονται οργάνωση, ενότητα, διάρκεια και καθαρές διεκδικήσεις. Χρειάζονται σχέδιο που να μην ολοκληρώνεται με την επιστροφή των λεωφορείων από τη Θεσσαλονίκη.
Η Υγεία έμεινε ξανά χωρίς απάντηση
Το μήνυμα της φετινής ΔΕΘ προς τους ανθρώπους της δημόσιας Υγείας ήταν αποκαλυπτικό. Μέσα σε ένα μεγάλο πακέτο κυβερνητικών ανακοινώσεων, δεν δόθηκε ουσιαστική απάντηση στα βασικά αιτήματα των υγειονομικών: πραγματική μισθολογική ενίσχυση, μαζικές μόνιμες προσλήψεις, ανθρώπινα ωράρια, επαρκής στελέχωση και ένταξη στα Βαρέα και Ανθυγιεινά Επαγγέλματα.
Μπορεί η κυβέρνηση να προβάλλει ανακαινίσεις, νέα κτίρια και έργα εκσυγχρονισμού. Τα κτίρια, όμως, δεν εφημερεύουν. Τα μηχανήματα δεν αντικαθιστούν τους γιατρούς, τους νοσηλευτές, τους διασώστες, τους τραυματιοφορείς και το υπόλοιπο προσωπικό που εργάζεται στα όρια της εξάντλησης.
Το ΕΣΥ δεν κρατιέται όρθιο από εγκαίνια και επικοινωνιακές παρουσιάσεις. Κρατιέται από ανθρώπους. Και αυτοί οι άνθρωποι αισθάνονται ότι η πολιτεία τούς θεωρεί δεδομένους.
Το βλέπουμε καθημερινά και στο Νοσοκομείο Χαλκίδας: πίεση στα επείγοντα, κενά σε κρίσιμες ειδικότητες και εργαζόμενοι που καλούνται να καλύψουν με αυταπάρνηση όσα δεν καλύπτει ο κρατικός σχεδιασμός. Αυτή δεν είναι μεταρρύθμιση. Είναι διαχείριση της αντοχής του προσωπικού μέχρι να μη μείνει άλλη αντοχή.
Ευθύνη δεν έχει μόνο η κυβέρνηση
Η κύρια πολιτική ευθύνη ανήκει στην κυβέρνηση, γιατί εκείνη αποφασίζει για χρηματοδότηση, προσλήψεις, μισθούς και συνθήκες εργασίας. Όμως ευθύνη έχει και η πλειοψηφία της διοίκησης της ΠΟΕΔΗΝ, όταν περιορίζεται σε έναν διαχειριστικό και επικοινωνιακό συνδικαλισμό που δεν δημιουργεί πραγματικό πολιτικό κόστος.
Όταν η κυβέρνηση γνωρίζει εκ των προτέρων ότι θα πραγματοποιηθεί μια πορεία, θα εκδοθεί μια καταγγελτική ανακοίνωση και την επόμενη ημέρα όλα θα επιστρέψουν στην κανονικότητα, γιατί να φοβηθεί; Γιατί να αλλάξει πολιτική; Γιατί να αντιμετωπίσει τους υγειονομικούς ως δύναμη που μπορεί να ανατρέψει σχεδιασμούς;
Το μήνυμα που τελικά εκπέμπεται είναι επικίνδυνο: «Οι υγειονομικοί θα διαμαρτυρηθούν, αλλά στο τέλος θα συνεχίσουν να καλύπτουν τα κενά».
Αυτό το μήνυμα πρέπει να ανατραπεί.
Όχι με τυφλές συγκρούσεις και συνθήματα χωρίς σχέδιο, αλλά με πραγματική κινητοποίηση της βάσης, συνελεύσεις μέσα στα νοσοκομεία, συντονισμό των σωματείων, σαφές χρονοδιάγραμμα κλιμάκωσης και δημόσια λογοδοσία για κάθε συνδικαλιστική απόφαση. Με αιτήματα συγκεκριμένα, κοστολογημένα και αδιαπραγμάτευτα.
Όχι άλλες φωτογραφίες με την εξουσία
Ο συνδικαλισμός δεν είναι δημόσιες σχέσεις. Δεν είναι χειραψίες, χαμόγελα και φωτογραφίες με υπουργούς. Δεν είναι μεγάλες κουβέντες μπροστά στις κάμερες και σιωπή όταν οι εργαζόμενοι επιστρέφουν στις βάρδιες τους.
Συνδικαλισμός σημαίνει παρουσία στους χώρους δουλειάς. Σημαίνει σύγκρουση όταν εξαντλείται ο διάλογος. Σημαίνει ανεξαρτησία από την εκάστοτε κυβέρνηση και από κάθε αντιπολίτευση που θυμάται τους εργαζόμενους μόνο όταν βρίσκεται εκτός εξουσίας.
Οι κινητοποιήσεις της Θεσσαλονίκης απέδειξαν ότι η βάση υπάρχει. Η αγανάκτηση υπάρχει. Τα αιτήματα είναι γνωστά. Εκείνο που μένει να αποδειχθεί είναι αν οι συνδικαλιστικές ηγεσίες θέλουν πραγματικά να μετατρέψουν αυτή τη δύναμη σε αποτέλεσμα.
Γιατί οι εργαζόμενοι δεν χρειάζονται άλλη μία πορεία που θα καταγραφεί στο ημερολόγιο. Χρειάζονται έναν αγώνα που θα υποχρεώσει την εξουσία να τους υπολογίσει.

