Όταν η κυβέρνηση πανηγυρίζει για την οικονομία αλλά επικαλείται αδυναμία αποκατάστασης των εισοδημάτων, οφείλει να εξηγήσει ποιος τελικά εισπράττει την επιτυχία.
Υπάρχει μια απαίτηση που ξεπερνά τα όρια της πολιτικής αλαζονείας: να ζητάς από τον πολίτη να χειροκροτήσει μια ευημερία την οποία δεν μπορεί να πληρώσει. Να του παρουσιάζεις την οικονομία ως επιτυχία και, όταν ρωτά για τον μισθό και τη σύνταξή του, να του εξηγείς ότι πρέπει να περιορίσει τις απαιτήσεις του.
Αυτή είναι η αντίφαση που ο Κυριάκος Μητσοτάκης οφείλει να απαντήσει.
Σύμφωνα με το δημοσίευμα της Βασιλικής Σιούτη στην «Καθημερινή», ο πρωθυπουργός απέκλεισε στη ΔΕΘ την επαναφορά 13ης σύνταξης και 13ου μισθού στο Δημόσιο, επικαλούμενος τις αντοχές του προϋπολογισμού.
Η άρνηση είναι σαφής. Η εξήγηση για το μέλλον παραμένει το ζητούμενο. Πότε θα υπάρξουν οι προϋποθέσεις; Με ποιες πολιτικές; Με ποια ενδιάμεσα βήματα; Ή μήπως οι απώλειες των πολιτών πρέπει πλέον να θεωρούνται οριστικές, ενώ οι κυβερνητικοί πανηγυρισμοί ανανεώνονται κάθε χρόνο;
Η υπομονή δεν είναι οικονομικό σχέδιο.
Ο πρωθυπουργός δεν μπορεί να εμφανίζεται ταυτόχρονα ως διαχειριστής ενός οικονομικού θριάμβου και ως απλός εκφωνητής αδυναμίας όταν η συζήτηση φτάνει στους εργαζομένους. Η εξουσία συνοδεύεται από ευθύνη για το αποτέλεσμα. Δεν αρκεί να αναλαμβάνει κανείς την πατρότητα των καλών δεικτών και να παραπέμπει τις κοινωνικές απώλειες σε έναν απρόσωπο προϋπολογισμό.
Ο προϋπολογισμός έχει περιορισμούς. Έχει, όμως, και υπογραφή.
Περιέχει επιλογές για δαπάνες, έσοδα, ελαφρύνσεις και προτεραιότητες. Όταν η κυβέρνηση απορρίπτει ένα αίτημα, οφείλει να παρουσιάζει το κόστος του, τις εναλλακτικές που εξέτασε και τους λόγους για τους οποίους προκρίνει άλλες χρήσεις των διαθέσιμων πόρων.
Διαφορετικά, η επίκληση των αριθμών καταλήγει πολιτικό παραβάν: ο πολίτης καλείται να αποδεχθεί το συμπέρασμα χωρίς να μπορεί να ελέγξει τη διαδρομή.
Κανείς δεν χρειάζεται μια νέα δημοσιονομική περιπέτεια. Αλλά ούτε η δημοσιονομική υπευθυνότητα δίνει στην κυβέρνηση δικαίωμα να αντιμετωπίζει κάθε απαίτηση αξιοπρεπούς διαβίωσης ως ενόχληση.
Ο μισθός δεν μεγαλώνει με χειροκροτήματα.
Η αξία μιας αύξησης φαίνεται αφού πληρωθούν οι ανάγκες. Στο ενοίκιο, στο ρεύμα, στα τρόφιμα, στις μετακινήσεις, στην περίθαλψη. Εκεί δοκιμάζονται οι εξαγγελίες. Εκεί τελειώνει η προστασία που προσφέρουν τα μικρόφωνα και οι προσεκτικά διατυπωμένες παρουσιάσεις.
Δεν είναι δεδομένο ότι κάθε ενίσχυση θα εξανεμιστεί από τις ανατιμήσεις. Είναι, όμως, πολιτικά προκλητικό να απαιτείται προκαταβολική ευγνωμοσύνη για μια αύξηση, χωρίς να αποδεικνύεται πόσο βελτιώνει την πραγματική ζωή.
Ο εργαζόμενος δεν οφείλει ευγνωμοσύνη επειδή η κυβέρνησή του αναγνωρίζει μέρος της πίεσης που υφίσταται. Ο συνταξιούχος δεν είναι αιτών χάρη. Και η αξιοπρεπής διαβίωση δεν μπορεί να παρουσιάζεται ως έπαθλο υπομονής που μετατίθεται στην επόμενη εξαγγελία.
Πού είναι το σχέδιο που μπορεί να ελεγχθεί;
Η επίκληση της ανάπτυξης δεν απαλλάσσει από την υποχρέωση να εξηγηθεί το περιεχόμενό της. Ποιες επενδύσεις δημιουργούν σταθερές δουλειές με καλύτερες αμοιβές; Πώς ενισχύονται η μεταποίηση, η τεχνολογία και η παραγωγή; Πώς αποκτούν οι μικρές επιχειρήσεις πρόσβαση σε χρηματοδότηση; Πώς μετατρέπεται η μεγαλύτερη παραγωγικότητα σε καλύτερο εισόδημα για εκείνον που εργάζεται;
Αν οι απαντήσεις εξαντλούνται σε γενικούς στόχους, τότε η «αλλαγή παραγωγικού μοντέλου» παραμένει πολιτικό σύνθημα. Και ένα σύνθημα δεν αποτελεί επαγγελματική προοπτική για τον νέο που προσπαθεί να σταθεί στα πόδια του.
Το ίδιο ισχύει για τους ευρωπαϊκούς πόρους. Η κυβέρνηση πρέπει να λογοδοτεί για τις δυνατότητες που δημιουργούν: τι παράγεται, ποιες υποδομές λειτουργούν, ποιες θέσεις εργασίας διατηρούνται. Η ανακοίνωση ενός ποσού δεν αποτελεί από μόνη της απόδειξη κοινωνικής ωφέλειας.
Αυτή είναι η δοκιμασία που δεν παρακάμπτεται με επικοινωνία.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης μπορεί να επιμένει ότι οι επιλογές του είναι οι σωστές. Οφείλει τότε να τις υποβάλει στον πιο αυστηρό έλεγχο: στο πραγματικό εισόδημα, στην ασφάλεια της εργασίας, στη δυνατότητα στέγασης, στην ποιότητα των δημόσιων υπηρεσιών.
Όσο η κυβερνητική αφήγηση ζητά περισσότερη εμπιστοσύνη από όση δικαιολογεί η καθημερινότητα, τόσο μεγαλώνει το έλλειμμα αξιοπιστίας της.
Κύριε Μητσοτάκη, εάν η επιτυχία σας δεν αρκεί για να ζήσει αξιοπρεπώς ο πολίτης, περιορίστε τους πανηγυρισμούς. Οι πολίτες δεν εκλέγουν κυβέρνηση για να τους εξηγεί πόσο επιτυχημένη είναι η δική τους αναμονή.

