Η συζήτηση για μεγαλύτερη αποζημίωση στις επιτροπές εκθέτει όσους θεωρούν ότι η φυσική παρουσία χρειάζεται επιπλέον οικονομικό κίνητρο.
Στη Βουλή συζητήθηκε το ενδεχόμενο να αυξηθεί η αποζημίωση των βουλευτών για τη συμμετοχή τους στις κοινοβουλευτικές επιτροπές, με τις πληροφορίες να αναφέρουν ακόμη και διπλασιασμό για όσους παρίστανται αυτοπροσώπως. Με άλλα λόγια, το να εμφανίζεται ένας εκλεγμένος εκπρόσωπος εκεί όπου ασκεί τα καθήκοντά του παρουσιάστηκε ως συμπεριφορά που χρειάζεται πρόσθετη οικονομική ενθάρρυνση.
Το πρωτοσέλιδο της «Εστίας» έβαλε το θέμα στο επίκεντρο με αιχμηρή αναφορά σε αυξήσεις προς τους ίδιους τους πολιτικούς. Τα διαθέσιμα στοιχεία, όμως, επιβάλλουν μια σαφή διευκρίνιση: δεν προκύπτει ότι αποφασίστηκαν οι επίμαχες αυξήσεις.
Σύμφωνα με το σχετικό ρεπορτάζ, η σημερινή αποζημίωση είναι 75 ευρώ ανά συνεδρίαση, είτε η συμμετοχή γίνεται με φυσική παρουσία είτε μέσω τηλεδιάσκεψης. Στην άτυπη συζήτηση τέθηκε, κατά τις ίδιες πληροφορίες, το ενδεχόμενο να φτάσει στα 150 ευρώ για τη δια ζώσης συμμετοχή, ενώ αναφέρθηκε και πιθανή αλλαγή στο επίδομα ενοικίου.
Πηγές του προεδρείου της Βουλής διευκρίνισαν ότι δεν υπήρξε απόφαση ή προαναγγελία αύξησης. Ο Πάρις Κουκουλόπουλος περιέγραψε έναν σύντομο διάλογο μετά τη Διάσκεψη των Προέδρων. Στις 2 Οκτωβρίου, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης δήλωσε ότι η κυβερνητική πλειοψηφία δεν πρόκειται να συναινέσει σε τέτοια συζήτηση, την οποία χαρακτήρισε άκαιρη.
Αυτές οι διευκρινίσεις έχουν σημασία. Η πολιτική κριτική οφείλει να πατά στα γεγονότα. Η ιδέα, ωστόσο, προσφέρεται από μόνη της για ένα εξαιρετικά δυσάρεστο ερώτημα: πόσο επιπλέον πρέπει να πληρώνει ο φορολογούμενος για να θεωρείται αυτονόητη η παρουσία εκείνων που εξέλεξε;
Ο πολίτης ψηφίζει εκπροσώπους για να μελετούν, να ελέγχουν, να νομοθετούν και να λογοδοτούν. Η συμμετοχή στις επιτροπές βρίσκεται στον πυρήνα αυτής της εντολής. Αν χρειάζεται πρόσθετο χρηματικό δέλεαρ για τη φυσική παρουσία, τότε ας εξηγήσουν όσοι το εισηγούνται ποια ακριβώς αντίληψη έχουν για την ευθύνη του αξιώματος.
Να καθιερωθεί, δηλαδή, και τιμοκατάλογος προθυμίας; Τόσα για να συνδεθείς, περισσότερα για να εμφανιστείς και, στην επόμενη συζήτηση, ειδική προσαύξηση για να έχεις διαβάσει το νομοσχέδιο; Η ειρωνεία προκύπτει από την ίδια τη λογική της πρότασης.
Εύλογες δαπάνες για την άσκηση δημόσιων καθηκόντων μπορούν να τεκμηριώνονται και να καλύπτονται με διαφάνεια. Όποιος ζητά μεγαλύτερη αποζημίωση οφείλει να παρουσιάσει συγκεκριμένα έξοδα, πραγματικές ανάγκες και συνολικό κόστος. Η επίκληση ενός κινήτρου παρουσίας αφήνει ανοιχτό το πιο άβολο ζήτημα: γιατί η υπάρχουσα υποχρέωση δεν θεωρείται αρκετή;
Ας ειπωθούν, λοιπόν, ονόματα και θέσεις. Ποιοι έθεσαν το αίτημα; Ποιοι υποστήριξαν τον διπλασιασμό; Με ποια κοστολόγηση; Και ποια μέτρα προτείνονται για την ουσιαστική συμμετοχή και τον έλεγχο των απουσιών;
Η φράση «δεν αποφασίστηκε τίποτα» απαντά στο ερώτημα αν υπάρχει απόφαση. Δεν εξηγεί γιατί άνοιξε αυτή η κουβέντα και ποιοι θεωρούν εύλογο να αμείβεται περισσότερο η αυτοπρόσωπη εκπλήρωση ενός ήδη αμειβόμενου καθήκοντος.
Ούτε αρκεί να χαρακτηριστεί η συζήτηση άκαιρη. Το ζήτημα αφορά την αρχή πάνω στην οποία στηρίζεται. Αν η ένσταση εξαντλείται στη χρονική συγκυρία, ο πολίτης δικαιούται να ρωτήσει αν το ίδιο αίτημα θα θεωρούνταν αποδεκτό σε μια πιο ήσυχη επικοινωνιακά περίοδο.
Οι βουλευτές που διαφωνούν έχουν κάθε λόγο να το πουν καθαρά. Όσοι συμφωνούν, ας υπερασπιστούν δημόσια τη θέση τους. Η λογοδοσία απαιτεί να γνωρίζουμε ποιος ζητά τι και με ποια επιχειρήματα.
Γιατί η ψήφος του πολίτη είναι ήδη εντολή παρουσίας και δουλειάς. Αν κάποιοι χρειάζονται επιπλέον μπόνους για να την τιμήσουν, το πρόβλημα βρίσκεται στην αντίληψή τους για την εντολή που έλαβαν.

