Πενήντα τέσσερα χρόνια από την επίθεση του «Μαύρου Σεπτέμβρη», τη δολοφονία έντεκα μελών της ισραηλινής αποστολής και το γερμανικό επιχειρησιακό φιάσκο που άλλαξε για πάντα την ασφάλεια των μεγάλων διοργανώσεων
Στις 5 Σεπτεμβρίου 1972, η γιορτή των Ολυμπιακών Αγώνων μετατράπηκε σε ένα παγκόσμιο τηλεοπτικό θρίλερ. Οκτώ ένοπλοι της παλαιστινιακής οργάνωσης «Μαύρος Σεπτέμβρης» εισέβαλαν στο Ολυμπιακό Χωριό του Μονάχου, σκότωσαν δύο μέλη της ισραηλινής αποστολής και κράτησαν άλλους εννέα ομήρους.
Λίγες ώρες αργότερα, όλοι οι όμηροι ήταν νεκροί.
Η τρομοκρατική επίθεση άφησε πίσω της έντεκα Ισραηλινούς αθλητές, προπονητές και κριτές νεκρούς, έναν Γερμανό αστυνομικό νεκρό και ένα βαθύ τραύμα που δεν περιορίστηκε στον αθλητισμό. Αποκάλυψε την εγκληματική ευκολία με την οποία μια διεθνής διοργάνωση μπορούσε να μετατραπεί σε σκηνή πολιτικής βίας, αλλά και την πλήρη ανεπάρκεια των αρχών απέναντι σε μια κρίση ομηρίας.
Οι «χαρούμενοι Αγώνες» και η ασφάλεια που έλειπε
Η Δυτική Γερμανία ήθελε οι Αγώνες του Μονάχου να αποτελέσουν την αντίθεση στους Ολυμπιακούς του Βερολίνου το 1936, τους οποίους είχε εκμεταλλευτεί προπαγανδιστικά το ναζιστικό καθεστώς.
Το σύνθημα ήταν μια ανοιχτή, χαμογελαστή και δημοκρατική Γερμανία. Για να μην υπάρχουν εικόνες βαριά οπλισμένων αστυνομικών και στρατιωτικής πειθαρχίας, η ασφάλεια σχεδιάστηκε διακριτική και χαμηλών τόνων.
Αυτό που προοριζόταν να εκπέμπει ελευθερία αποδείχθηκε μοιραίο κενό.
Λίγο μετά τις 4 το πρωί, οι οκτώ ένοπλοι πέρασαν τον φράχτη ύψους περίπου δύο μέτρων έχοντας μέσα σε αθλητικές τσάντες υποπολυβόλα και χειροβομβίδες. Κατευθύνθηκαν στο κτίριο της Κόνολιστρασε 31, όπου διέμεναν μέλη της ισραηλινής αποστολής. Η είσοδός τους δεν έγινε αντιληπτή από την ασφάλεια.
Ο κριτής πάλης Γιόσεφ Γκούτφροϊντ προσπάθησε να κρατήσει κλειστή την πόρτα και έδωσε σε συναθλητές του πολύτιμα δευτερόλεπτα για να διαφύγουν. Ο προπονητής πάλης Μοσέ Βάινμπεργκ και ο αρσιβαρίστας Γιόσεφ Ρομάνο αντιστάθηκαν. Οι δράστες τους πυροβόλησαν. Ο Βάινμπεργκ πέθανε επί τόπου και ο βαριά τραυματισμένος Ρομάνο αφέθηκε να πεθάνει μπροστά στους υπόλοιπους ομήρους.
Εννέα άνδρες παρέμειναν δεμένοι στα χέρια και στα πόδια, υπό την απειλή όπλων, για σχεδόν ολόκληρη την ημέρα.
Το τελεσίγραφο του «Μαύρου Σεπτέμβρη»
Οι δράστες απαίτησαν την απελευθέρωση εκατοντάδων κρατουμένων. Για δεκαετίες η διεθνής βιβλιογραφία μιλούσε για 234 πρόσωπα. Νεότερη έρευνα στα κρατικά αρχεία του Μονάχου εντόπισε κατάλογο 328 ονομάτων: 326 Παλαιστινίων που κρατούνταν στο Ισραήλ, του Κόζο Οκαμότο της Ιαπωνικής Κόκκινης Στρατιάς και της Ουλρίκε Μάινχοφ της γερμανικής RAF.
Ζήτησαν επίσης αεροσκάφος και ασφαλή μεταφορά σε αραβική χώρα, όπου θα γινόταν η ανταλλαγή των ομήρων.
Η κυβέρνηση της Γκόλντα Μέιρ αρνήθηκε να απελευθερώσει κρατουμένους. Η διαχείριση της κρίσης παρέμεινε στις γερμανικές αρχές, οι οποίες επιχείρησαν να κερδίσουν χρόνο, αλλά δεν διέθεταν ούτε εξειδικευμένη αντιτρομοκρατική μονάδα ούτε συγκροτημένο σχέδιο διάσωσης.
Μια απόπειρα επέμβασης στο Ολυμπιακό Χωριό εγκαταλείφθηκε όταν διαπιστώθηκε ότι οι κινήσεις των αστυνομικών μεταδίδονταν ζωντανά από την τηλεόραση. Οι ίδιοι οι δράστες παρακολουθούσαν την κάλυψη από συσκευή μέσα στο διαμέρισμα.
Η παγκόσμια τηλεόραση δεν κατέγραφε απλώς την κρίση. Χωρίς κανέναν έλεγχο, αποκάλυπτε στους απαγωγείς τις κινήσεις της αστυνομίας.
Η παγίδα στο Φέρστενφελντμπρουκ
Το βράδυ, οι γερμανικές αρχές προσποιήθηκαν ότι αποδέχονταν το αίτημα για αναχώρηση. Οι δράστες και οι όμηροι μεταφέρθηκαν με δύο ελικόπτερα στη στρατιωτική αεροπορική βάση του Φέρστενφελντμπρουκ, όπου υποτίθεται ότι τους περίμενε αεροσκάφος.
Εκεί είχε στηθεί μια επιχείρηση διάσωσης καταδικασμένη από τον σχεδιασμό της.
Η αστυνομία πίστευε μέχρι την τελευταία στιγμή ότι οι ένοπλοι ήταν πέντε και όχι οκτώ. Οι πληροφορίες δεν μεταδόθηκαν σωστά στην ομάδα του αεροδρομίου. Οι ελεύθεροι σκοπευτές ήταν λιγότεροι από όσους απαιτούσε η πραγματική δύναμη των δραστών, δεν υπήρχε αποτελεσματικός συντονισμός και τα τεθωρακισμένα οχήματα καθυστέρησαν μέσα στην κίνηση.
Όταν άρχισαν οι πυροβολισμοί, η επιχείρηση κατέρρευσε. Οι δράστες εκτέλεσαν τους δεμένους ομήρους μέσα στα δύο ελικόπτερα. Ένας από αυτούς έριξε χειροβομβίδα στο ένα ελικόπτερο, το οποίο τυλίχθηκε στις φλόγες.
Σκοτώθηκαν και οι εννέα όμηροι, ο Γερμανός αστυνομικός Άντον Φλίγκερμπαουερ και πέντε από τους οκτώ δράστες. Οι άλλοι τρεις συνελήφθησαν.
Πριν επιβεβαιωθεί η πραγματικότητα, είχε ήδη μεταδοθεί εσφαλμένα ότι οι όμηροι σώθηκαν. Η αλήθεια ήρθε λίγο αργότερα και πάγωσε τον κόσμο: κανένας δεν είχε επιζήσει.
Έντεκα ονόματα που δεν πρέπει να γίνουν αριθμός
Οι νεκροί της ισραηλινής αποστολής ήταν οι Μοσέ Βάινμπεργκ, Γιόσεφ Ρομάνο, Γιόσεφ Γκούτφροϊντ, Κεχάτ Σορ, Αμιτσούρ Σαπίρα, Γιάκοβ Σπρίνγκερ, Μαρκ Σλάβιν, Αντρέ Σπίτσερ, Ελιέζερ Χάλφιν, Ζεέβ Φρίντμαν και Ντέιβιντ Μπέργκερ.
Δεν ήταν απλώς «έντεκα Ισραηλινοί». Ήταν αθλητές, προπονητές, κριτές, σύζυγοι, πατέρες και γιοι που ταξίδεψαν στη Γερμανία για τους Ολυμπιακούς Αγώνες και δολοφονήθηκαν μπροστά στα μάτια ολόκληρου του κόσμου.
Μετά από τελετή μνήμης, οι Αγώνες συνεχίστηκαν με τη φράση του προέδρου της ΔΟΕ, Έιβερι Μπράντατζ, «οι Αγώνες πρέπει να συνεχιστούν». Η απόφαση παραμένει μέχρι σήμερα μία από τις πιο αμφιλεγόμενες στην ιστορία του ολυμπιακού κινήματος.
Η εκδίκηση, τα σκοτεινά αρχεία και το λάθος του Λιλεχάμερ
Η επίθεση πυροδότησε μια μακρά ισραηλινή εκστρατεία καταδίωξης προσώπων που θεωρούνταν συνδεδεμένα με τον «Μαύρο Σεπτέμβρη». Έμεινε γνωστή ως επιχείρηση «Οργή του Θεού», όμως η ακριβής αλυσίδα εντολών, ο κατάλογος των στόχων και η σύνδεση όλων των δολοφονηθέντων με το Μόναχο εξακολουθούν να αποτελούν αντικείμενο ιστορικής έρευνας και αντιπαράθεσης.
Τον Απρίλιο του 1973, στην επιχείρηση «Άνοιξη της Νιότης», Ισραηλινοί κομάντο έπληξαν στόχους της Οργάνωσης για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης στη Βηρυτό. Επικεφαλής ενός από τα τμήματα ήταν ο μετέπειτα πρωθυπουργός Εχούντ Μπαράκ, μεταμφιεσμένος σε γυναίκα.
Η εκστρατεία είχε όμως και ένα βαρύ, αδιαμφισβήτητο λάθος. Τον Ιούλιο του 1973, πράκτορες της Μοσάντ δολοφόνησαν στη νορβηγική πόλη Λιλεχάμερ τον Μαροκινό σερβιτόρο Αχμέντ Μπουσίκι, θεωρώντας εσφαλμένα ότι ήταν ο Αλί Χασάν Σαλάμεχ. Ο Μπουσίκι δεν είχε καμία σχέση με την επίθεση του Μονάχου.
Η συγγνώμη που άργησε μισό αιώνα
Η σφαγή δεν ήταν μόνο αποτέλεσμα της τρομοκρατικής βίας. Ήταν και η ιστορία μιας κρατικής αποτυχίας: ανεπαρκής φύλαξη, λανθασμένη εκτίμηση, ανύπαρκτη εξειδίκευση, χαμένος συντονισμός και μια επιχείρηση που στήθηκε χωρίς τις στοιχειώδεις προϋποθέσεις επιτυχίας.
Μόλις το 2022, στην 50ή επέτειο, ο Γερμανός πρόεδρος Φρανκ-Βάλτερ Σταϊνμάιερ ζήτησε συγχώρεση από τις οικογένειες για την αποτυχία προστασίας των αθλητών και για την ανεπαρκή αντιμετώπιση που ακολούθησε επί δεκαετίες.
Πενήντα τέσσερα χρόνια μετά, το Μόναχο του 1972 δεν είναι απλώς μια μαύρη σελίδα των Ολυμπιακών Αγώνων. Είναι η υπενθύμιση ότι η ασφάλεια δεν χτίζεται με την εικόνα, η τρομοκρατία δεν αντιμετωπίζεται με αυτοσχεδιασμούς και η μνήμη των θυμάτων δεν μπορεί να υποτάσσεται ούτε στην πολιτική σκοπιμότητα ούτε στην ανάγκη να συνεχιστεί το θέαμα.

