Η εμπλοκή του υπουργείου Εθνικής Άμυνας στη Λέσβο δεν αποδεικνύει «πόλεμο κατά των κτηνοτρόφων». Αποκαλύπτει, όμως, ένα κράτος που άφησε τις πολιτικές κτηνιατρικές υπηρεσίες να αποδυναμωθούν και τώρα επιχειρεί να διαχειριστεί με στρατιωτικό συντονισμό μια βαθιά παραγωγική και κοινωνική κρίση.
Δεν χρειάζονται κραυγές περί «γενοκτονίας» για να περιγραφεί η καταστροφή που βιώνουν εκατοντάδες κτηνοτρόφοι. Αρκεί η πραγματικότητα: κοπάδια αφανίζονται, μονάδες μένουν χωρίς παραγωγή, οικογένειες χάνουν μέσα σε λίγες ώρες το εισόδημα μιας ζωής και ολόκληρες τοπικές οικονομίες βρίσκονται αντιμέτωπες με τις συνέπειες διαδοχικών επιζωοτιών.
Η κυβέρνηση αποφάσισε τώρα να αναθέσει στο υπουργείο Εθνικής Άμυνας τον επιχειρησιακό συντονισμό για την αντιμετώπιση του αφθώδους πυρετού στη Λέσβο. Η απόφαση είναι εξαιρετικά σοβαρή και προκαλεί εύλογες αντιδράσεις. Δεν σημαίνει, ωστόσο, ότι ο Στρατός ανέλαβε συνολικά την ελληνική κτηνοτροφία ή ότι αποφασίστηκε μια πανελλαδική στρατιωτική επιχείρηση εναντίον των παραγωγών.
Αυτό που αποδεικνύεται είναι διαφορετικό — και πολιτικά βαρύ: ο κρατικός μηχανισμός δεν κατόρθωσε να διαχειριστεί αποτελεσματικά μια πολύμηνη κρίση με τις κανονικές πολιτικές και κτηνιατρικές δομές του. Έτσι, αντί να ενισχυθούν εγκαίρως οι υπηρεσίες των Περιφερειών, επιστρατεύεται πλέον η στρατιωτική ιεραρχία για να συντονίσει το πεδίο.
Τι ακριβώς αναλαμβάνει το υπουργείο Άμυνας
Η ρύθμιση που κατατέθηκε στη Βουλή αφορά τον ενιαίο επιχειρησιακό σχεδιασμό και τον συντονισμό στις Περιφερειακές Ενότητες που πλήττονται από τον αφθώδη πυρετό, με άμεσο πεδίο εφαρμογής τη Λέσβο. Το υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης διατηρεί, σύμφωνα με τις κυβερνητικές διευκρινίσεις, τη στρατηγική και επιστημονική ευθύνη. Το υπουργείο Εθνικής Άμυνας αναλαμβάνει τον συντονισμό των εμπλεκόμενων υπηρεσιών στο πεδίο, με επικεφαλής αξιωματικό.
Αυτό δεν είναι μια απλή «βοήθεια με οχήματα». Πρόκειται για μεταφορά του επιχειρησιακού τιμονιού σε στρατιωτική δομή. Και γεννά ένα καθαρό πολιτικό ερώτημα: γιατί οι αρμόδιες πολιτικές υπηρεσίες έφτασαν στο σημείο να χρειάζονται στρατιωτική διοίκηση για να εκτελέσουν ένα κτηνιατρικό πρωτόκολλο;
Η απάντηση δεν μπορεί να περιοριστεί στη μεταδοτικότητα της νόσου. Πρέπει να αναζητηθεί και στη χρόνια υποστελέχωση των δημόσιων κτηνιατρικών υπηρεσιών, στην έλλειψη ανθρώπων και μέσων, στις καθυστερήσεις, στις αντιφατικές οδηγίες και στην απουσία εμπιστοσύνης ανάμεσα στο κράτος και στους παραγωγούς.
Ήδη από τον Φεβρουάριο του 2026 είχαν αναπτυχθεί 97 στρατιωτικοί κτηνίατροι σε δέκα Περιφέρειες για την αντιμετώπιση της ευλογιάς των αιγοπροβάτων. Μεταξύ των περιοχών ήταν και η Στερεά Ελλάδα, με παρουσία σε Εύβοια, Φθιώτιδα και Φωκίδα. Εκείνη η αποστολή αφορούσε την επιστημονική ενίσχυση των υπηρεσιών. Η σημερινή εξέλιξη στη Λέσβο πηγαίνει ένα βήμα παραπέρα, επειδή αφορά τον ίδιο τον επιχειρησιακό συντονισμό.
Γιατί θανατώνεται ολόκληρο το κοπάδι
Η εικόνα ενός υγιούς, κατά τα φαινόμενα, κοπαδιού που οδηγείται στη θανάτωση επειδή εντοπίστηκε ένα μολυσμένο ζώο είναι συντριπτική. Για τον κτηνοτρόφο δεν χάνονται απλώς αριθμοί ενός μητρώου. Χάνονται ζώα που μεγάλωσε, γενετικές γραμμές πολλών ετών, παραγωγή, περιουσία και μέλλον.
Χρειάζεται, όμως, ακρίβεια. Η θανάτωση όλων των ευπαθών ζώων σε επιβεβαιωμένα μολυσμένη εκτροφή δεν είναι μια αυθαίρετη μέθοδος που αποφάσισε μόνη της η ελληνική κυβέρνηση. Ο ευρωπαϊκός Κανονισμός 2020/687 προβλέπει ότι, μετά την επίσημη επιβεβαίωση νοσήματος κατηγορίας Α, όλα τα ζώα των ευπαθών ειδών στη συγκεκριμένη εκμετάλλευση θανατώνονται το συντομότερο δυνατόν, υπό την επίβλεψη επίσημων κτηνιάτρων, ώστε να αποτραπεί η διασπορά.
Η απομόνωση και η καραντίνα εφαρμόζονται όταν υπάρχει υποψία και μέχρι να ολοκληρωθεί η εργαστηριακή διερεύνηση. Μετά την επιβεβαίωση, το ευρωπαϊκό πλαίσιο επιβάλλει την εκρίζωση της εστίας. Προβλέπει, πάντως, δυνατότητες εξαίρεσης για πραγματικά χωριστές επιδημιολογικές μονάδες, σπάνιες φυλές ή ζώα ιδιαίτερης γενετικής αξίας, μόνο κατόπιν τεκμηριωμένης εκτίμησης κινδύνου.
Άρα το κρίσιμο αίτημα δεν είναι να βαφτίσουμε κάθε υγειονομικό μέτρο «εξόντωση». Είναι να απαιτήσουμε πλήρη διαφάνεια: πόσα δείγματα λήφθηκαν, ποιο εργαστήριο επιβεβαίωσε τη νόσο, ποια ζώα καταγράφηκαν, αν εξετάστηκαν νόμιμες εξαιρέσεις και ποιος υπέγραψε κάθε εντολή θανάτωσης.
Η βαριά καταγγελία για ζωντανή ταφή
Η καταγγελία ότι ζώα θάφτηκαν ζωντανά είναι εξαιρετικά σοβαρή, αλλά δεν συνοδεύεται στο διαθέσιμο υλικό από συγκεκριμένα στοιχεία, τόπο, ημερομηνία, κτηνιατρική έκθεση ή οπτικό τεκμήριο. Δεν μπορεί, επομένως, να παρουσιαστεί ως εξακριβωμένο γεγονός.
Το ισχύον πλαίσιο απαιτεί τα ζώα να θανατώνονται υπό κτηνιατρική επίβλεψη και στη συνέχεια τα νεκρά σώματα να διατίθενται με τους προβλεπόμενους κανόνες βιοασφάλειας. Αν υπάρχει συγκεκριμένη περίπτωση κατά την οποία ζώα ενταφιάστηκαν ζωντανά ή χωρίς τα απαιτούμενα υγειονομικά μέτρα, δεν πρόκειται για «λεπτομέρεια». Πρόκειται για υπόθεση που απαιτεί άμεση εισαγγελική, κτηνιατρική και διοικητική διερεύνηση.
Οι γενικές καταγγελίες, όσο φορτισμένες και αν είναι, επιτρέπουν στους αρμοδίους να απαντούν γενικά. Τα αποδεικτικά στοιχεία, αντίθετα, δημιουργούν ευθύνες.
Αποζημιώσεις υπάρχουν — το ερώτημα είναι πότε και αν αρκούν
Δεν είναι ακριβές ότι δεν προβλέπεται καμία αποζημίωση. Το υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης ανακοίνωσε στις 4 Αυγούστου 2026 τέταρτη πληρωμή 4,2 εκατ. ευρώ για 75.316 ζώα σε 176 εκμεταλλεύσεις που επλήγησαν από ευλογιά και αφθώδη πυρετό. Υπάρχουν επίσης προβλέψεις για απώλεια εισοδήματος, ζωοτροφές και ανασύσταση του ζωικού κεφαλαίου.
Η ύπαρξη αποφάσεων και πιστώσεων, όμως, δεν σημαίνει ότι ο κτηνοτρόφος αποκαταστάθηκε. Το πραγματικό ρεπορτάζ αρχίζει από τις ημερομηνίες: πότε θανατώθηκε το κοπάδι, πότε οριστικοποιήθηκε ο φάκελος, πότε καταβλήθηκαν τα χρήματα και αν το ποσό καλύπτει την πραγματική αξία των ζώων, την απώλεια γάλακτος, την αδράνεια της μονάδας και το κόστος επανεκκίνησης.
Ένας παραγωγός χωρίς κοπάδι δεν ζει με ανακοινώσεις. Δεν πληρώνει τις ζωοτροφές, τα δάνεια και τις οικογενειακές του ανάγκες με υποσχέσεις για μελλοντική ανασύσταση.
Δεν είναι «εχθρός» ο κτηνίατρος — υπόλογη είναι η πολιτική εξουσία
Η οργή των κτηνοτρόφων είναι δικαιολογημένη. Η στοχοποίηση, όμως, του Στρατού ή των κτηνιάτρων ως «εχθρών» συσκοτίζει την πολιτική ευθύνη. Οι επιστήμονες και τα στελέχη που καλούνται να εφαρμόσουν τα πρωτόκολλα δεν αποφάσισαν την αποψίλωση των υπηρεσιών, δεν καθόρισαν το ύψος των αποζημιώσεων και δεν σχεδίασαν τη συνολική κυβερνητική πολιτική.
Υπόλογη είναι η κυβέρνηση. Οφείλει να εξηγήσει γιατί, ύστερα από τόσο χρόνο και τόσες θανατώσεις, οι επιζωοτίες δεν έχουν εκριζωθεί. Γιατί οι δημόσιες κτηνιατρικές υπηρεσίες δεν στελεχώθηκαν εγκαίρως. Γιατί χάθηκε η εμπιστοσύνη των παραγωγών. Και γιατί η απάντηση στην κρίση έφτασε να είναι ένας αξιωματικός στο επιχειρησιακό τιμόνι.
Η ελληνική κτηνοτροφία δεν χρειάζεται πολεμική ρητορική. Χρειάζεται επιστημονική αξιοπιστία, ισχυρές δημόσιες υπηρεσίες, αξιοπρεπείς και γρήγορες αποζημιώσεις, διαφάνεια σε κάθε θανάτωση και πραγματικό σχέδιο ανασύστασης. Αν αυτά δεν δοθούν, τότε ο αφανισμός των κοπαδιών δεν θα είναι μια σκοτεινή θεωρία. Θα είναι το μετρήσιμο αποτέλεσμα μιας κρατικής αποτυχίας.

