Η προσφυγή Τουρνά κατά των αποφάσεων του συμβουλίου κρίσεων, οι αντικρουόμενες εξηγήσεις και το παρασκήνιο μιας αντιπαράθεσης που απαιτεί θεσμική αποσαφήνιση.
Σοβαρά ερωτήματα για τη συνεννόηση ανάμεσα στην πολιτική και τη φυσική ηγεσία της Πυροσβεστικής προκαλεί το ρεπορτάζ της «Καθημερινής» για την αντιπαράθεση του υπουργού Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας Ευάγγελου Τουρνά με τον αρχηγό του Σώματος Θεόδωρο Βάγια. Στο επίκεντρο βρίσκεται η προσφυγή του υπουργού κατά της απόφασης για την προαγωγή 19 αξιωματικών, ενώ το δημοσίευμα περιγράφει διαφωνίες και γύρω από μεταθέσεις και διοικητικές αρμοδιότητες.
Το ζήτημα αφορά τη λειτουργία ενός μηχανισμού από τον οποίο οι πολίτες περιμένουν καθαρές εντολές, συνεργασία και ετοιμότητα. Γι’ αυτό και η περιγραφή του ως «εσωτερικού θέματος» αφήνει αναπάντητα τα ουσιώδη: τι ακριβώς αμφισβητείται, ποια διαδικασία ακολουθήθηκε και πώς διασφαλίζεται η ομαλή διοίκηση του Σώματος.
Σύμφωνα με το ρεπορτάζ του Γιάννη Σουλιώτη, οι επίμαχες προαγωγές αποφασίστηκαν στις 31 Αυγούστου από το πρωτοβάθμιο συμβούλιο κρίσεων, στο οποίο συμμετέχουν ο αρχηγός, ο υπαρχηγός και ένας υποστράτηγος της Πυροσβεστικής. Αφορούσαν την κάλυψη 19 νέων οργανικών θέσεων πυράρχων, που δημιουργήθηκαν με το νομοθέτημα «Ενεργή Μάχη» τον Φεβρουάριο.
Περίπου δύο εβδομάδες αργότερα, ο υπουργός προσέφυγε στο δευτεροβάθμιο συμβούλιο. Κατά τον χρόνο του δημοσιεύματος, η εξέταση της προσφυγής εκκρεμούσε. Επομένως, από τα στοιχεία που παρατίθενται δεν προκύπτει ακύρωση των προαγωγών ούτε οριστική κρίση για τη νομιμότητά τους.
Οι εξηγήσεις των δύο πλευρών, όπως μεταφέρονται στην εφημερίδα, διαφέρουν ουσιαστικά. Πηγή του υπουργείου υποστηρίζει ότι ο κ. Τουρνάς είχε ζητήσει να πραγματοποιηθούν οι κρίσεις μετά την ολοκλήρωση της αντιπυρικής περιόδου. Η ίδια πλευρά θέτει ζήτημα παράκαμψης αξιωματικών που προηγούνταν στην επετηρίδα.
Από την άλλη πλευρά, πηγές που επικαλείται η «Καθημερινή» αναφέρουν ότι αρκετοί από όσους δεν προήχθησαν είχαν ζητήσει εξαίρεση, προκειμένου να αποφύγουν ενδεχόμενη μετάθεση. Προσθέτουν ότι ορισμένοι είχαν παραμείνει στον ίδιο βαθμό και σε προηγούμενες κρίσεις, ενώ παρουσιάζουν τις επιλογές του αρχηγού ως αναγνώριση της εργασίας στελεχών.
Αυτές οι εκδοχές χρειάζονται έλεγχο με βάση τα υπηρεσιακά δεδομένα. Η σειρά στην επετηρίδα, οι αιτήσεις εξαίρεσης και τα κριτήρια αξιολόγησης δεν μπορούν να ξεκαθαριστούν μέσα από ανταγωνιστικές διαρροές. Το σκεπτικό των αποφάσεων και της προσφυγής είναι εκείνο που μπορεί να δώσει τεκμηριωμένες απαντήσεις, με σεβασμό στα προσωπικά δεδομένα των αξιωματικών.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και η υπουργική απόφαση της 21ης Σεπτεμβρίου, την οποία περιγράφει το δημοσίευμα. Με αυτήν, συγκεκριμένες αρμοδιότητες σχετικές με τη διαδικασία των κρίσεων, που ασκούσε ο γενικός γραμματέας Πολιτικής Προστασίας, προβλέπεται ότι μπορούν να ασκούνται παράλληλα και από τον υπουργό. Η διατύπωση αφορά παράλληλη άσκηση αρμοδιοτήτων· δεν περιγράφει συνολική κατάργηση του ρόλου του γενικού γραμματέα.
Η χρονική ακολουθία προαγωγών, προσφυγής και αλλαγής στον τρόπο άσκησης αρμοδιοτήτων ενισχύει την ανάγκη δημόσιας εξήγησης. Ποια συγκεκριμένη αστοχία επιδιώκει να διορθώσει η υπουργική παρέμβαση; Και με ποια τεκμηρίωση υπερασπίζεται η φυσική ηγεσία τις επιλογές της;
Το ίδιο ρεπορτάζ τοποθετεί τις ρίζες της έντασης στην περίοδο κατά την οποία υπουργός ήταν ο Γιάννης Κεφαλογιάννης και υφυπουργός ο Ευάγγελος Τουρνάς. Πηγές συνδέουν τη δυσαρέσκεια του τελευταίου με απευθείας επικοινωνία του αρχηγού με τον τότε υπουργό. Η σύνδεση αυτή αποτελεί εκδοχή του παρασκηνίου που μεταφέρει η εφημερίδα, όχι αποδεδειγμένη αιτία της παραίτησης Τουρνά τον Νοέμβριο του 2025.
Στην εικόνα της αντιπαράθεσης προστίθενται πληροφορίες για διαφωνίες στις μεταθέσεις, καθώς και η αναφορά ότι, μετά την επιστροφή του ως υπουργού την άνοιξη του 2026, ο κ. Τουρνάς τοποθέτησε στο γραφείο του ανώτατο αξιωματικό που είχε πρόσφατα αποστρατευθεί επί αρχηγίας Βάγια.
Το διαθέσιμο υλικό δεν τεκμηριώνει ότι η συγκεκριμένη σύγκρουση προκάλεσε επιχειρησιακή δυσλειτουργία. Αρκεί, όμως, για να τεθούν σοβαρά ερωτήματα διοίκησης και λογοδοσίας, ιδίως καθώς μέρος των γεγονότων τοποθετείται μέσα στην αντιπυρική περίοδο.
Οι πυροσβέστες δικαιούνται αξιολόγηση με σαφή κριτήρια και ηγεσία που συνεργάζεται. Οι πολίτες δικαιούνται να γνωρίζουν ότι η Πολιτική Προστασία διοικείται με θεσμική συνέπεια. Η κυβέρνηση οφείλει να εξηγήσει τι συμβαίνει και πώς αποκαθίσταται η συνεννόηση. Ο χαρακτηρισμός «εσωτερικό θέμα» δεν αποτελεί επαρκή δημόσια απάντηση.
Πηγή: Γιάννης Σουλιώτης, «Καθημερινή», «Φωτιές στην Πυροσβεστική», 3 Οκτωβρίου 2026

