Μυστικές συναντήσεις, αμερικανική κινητικότητα και «ελεγχόμενα» χτυπήματα στην Ανατολική Μεσόγειο γεννούν εύλογα ερωτήματα — αλλά άλλο η βάσιμη καχυποψία και άλλο η βολική συνωμοσιολογία
Υπάρχουν στιγμές στη διεθνή πολιτική όπου τα γεγονότα πέφτουν το ένα πάνω στο άλλο τόσο βολικά, ώστε ακόμη και ο πιο ψύχραιμος παρατηρητής αρχίζει να αναρωτιέται: ρε, μπας και το στήνουνε το ματς;
Όχι απαραίτητα με την παιδαριώδη έννοια ότι κάποιοι έχουν ήδη γράψει κάθε ατάκα, κάθε στρατιωτική κίνηση και κάθε τηλεοπτικό διάγγελμα. Αλλά με την πολύ πιο ρεαλιστική έννοια ότι οι μεγάλες δυνάμεις κατασκευάζουν εκ των προτέρων το πλαίσιο, χαράζουν τις κόκκινες γραμμές, μοιράζουν ρόλους και αφήνουν στους μικρότερους το δικαίωμα να διαπραγματευτούν… τις λεπτομέρειες.
Και όταν στην ίδια εικόνα μπαίνουν η αυξημένη αμερικανική κινητικότητα στην Αθήνα, η μυστική επίσκεψη του Ιμπραήμ Καλίν, οι παρασκηνιακές επαφές με την Άγκυρα και ένα ισραηλινό χτύπημα σε συριακή αεροπορική βάση που συνδεόταν με τουρκικούς σχεδιασμούς, η ελληνική κυβέρνηση δεν δικαιούται να απαντά με σιωπή και γενικόλογα.
Ο Καλίν δεν ήρθε για τουρισμό
Η επίσκεψη του επικεφαλής της τουρκικής ΜΙΤ στην Αθήνα πραγματοποιήθηκε χωρίς επίσημη ανακοίνωση. Αρχικά έγινε γνωστή η συνάντησή του με τον διοικητή της ΕΥΠ Θεμιστοκλή Δεμίρη. Στη συνέχεια δημοσιεύματα ανέφεραν ότι ο Καλίν πέρασε και το κατώφλι του Μεγάρου Μαξίμου και συναντήθηκε με τον Κυριάκο Μητσοτάκη.
Αν αυτή η συνάντηση έγινε, τότε το θέμα δεν είναι ότι δύο γειτονικές χώρες διατηρούν διαύλους επικοινωνίας. Αυτό είναι αναγκαίο, ιδίως σε περιόδους έντασης. Το θέμα είναι γιατί ο ελληνικός λαός πληροφορείται από διαρροές ότι ο άνθρωπος των ειδικών αποστολών του Ερντογάν βρέθηκε απέναντι από τον πρωθυπουργό.
Τι ακριβώς συζητήθηκε; Το Αιγαίο; Η Ανατολική Μεσόγειος; Η Συρία; Οι τουρκικές αξιώσεις στον Έβρο; Τα θαλάσσια πάρκα; Ένας μηχανισμός αποκλιμάκωσης; Ή μια ευρύτερη φόρμουλα, την οποία κάποια στιγμή θα μας παρουσιάσουν ως αποτέλεσμα «δύσκολων διαπραγματεύσεων»;
Η κυβέρνηση δεν είναι υποχρεωμένη να δημοσιοποιεί επιχειρησιακές λεπτομέρειες των επαφών των υπηρεσιών πληροφοριών. Είναι όμως απολύτως υποχρεωμένη να ξεκαθαρίζει εάν ο πρωθυπουργός συναντήθηκε μυστικά με τον αρχηγό της ΜΙΤ και ποιο ήταν το πολιτικό αντικείμενο της συζήτησης.
Ο αμερικανικός «διαιτητής» δεν είναι ουδέτερος
Την ίδια ώρα, η Ουάσιγκτον πυκνώνει τις επαφές της με Αθήνα και Άγκυρα. Η αμερικανική παρουσία δεν αποτελεί από μόνη της απόδειξη προσυμφωνημένου σχεδίου. Οι ΗΠΑ έχουν συμφέρον να αποτρέψουν μια σύγκρουση μεταξύ δύο συμμάχων του ΝΑΤΟ, να προστατεύσουν τις βάσεις, τους ενεργειακούς διαδρόμους και τη συνοχή της νοτιοανατολικής πτέρυγας.
Ακριβώς, όμως, επειδή έχουν συμφέροντα, δεν είναι ουδέτερος διαιτητής.
Ο διαιτητής εδώ έχει μετοχές στο γήπεδο, διαφημίσεις στις φανέλες και λόγο στη σύνθεση των ομάδων. Η Ουάσιγκτον δεν αναζητεί κατ’ ανάγκην τη δικαιότερη λύση για την Ελλάδα. Αναζητεί τη λειτουργικότερη λύση για τη δική της στρατηγική.
Γι’ αυτό και η μεγαλύτερη ανησυχία δεν είναι ότι μπορεί να υπάρξει αμερικανική πρόταση. Είναι μήπως ένα έτοιμο πακέτο φτάσει σε Αθήνα και Άγκυρα, «διαπραγματευτεί» μπροστά στις κάμερες και στο τέλος υπογραφεί περίπου όπως παραδόθηκε. Με τις δύο κυβερνήσεις να πουλούν στο εσωτερικό τους ακροατήριο από μία κατασκευασμένη νίκη και τις πραγματικές υποχωρήσεις να κρύβονται στα ψιλά γράμματα.
Το χτύπημα στη Συρία και το θέατρο της ελεγχόμενης έντασης
Το ισραηλινό πλήγμα στην αεροπορική βάση Αμπού Ντουχούρ της Συρίας προκάλεσε ζημιές χωρίς αναφερόμενες ανθρώπινες απώλειες. Η επίθεση έγινε λίγες ώρες μετά την παρουσία τουρκικής στρατιωτικής αντιπροσωπείας στην εγκατάσταση, ενώ το Ισραήλ υποστήριξε ότι ήθελε να εμποδίσει τουρκική στρατιωτική ανάπτυξη.
Η απουσία θυμάτων είναι ασφαλώς θετική. Δεν αποτελεί, από μόνη της, απόδειξη ότι το χτύπημα ήταν προσυνεννοημένο. Μάλιστα, αμερικανικές δηλώσεις ανέφεραν ότι η Τουρκία δεν είχε ενημερωθεί και ότι θα μπορούσε να υπάρξει επικίνδυνη στρατιωτική απάντηση.
Ωστόσο, το επεισόδιο δείχνει κάτι εξίσου ανησυχητικό: Ισραήλ και Τουρκία πλησιάζουν σε μια ζώνη όπου μια «μετρημένη» επίδειξη ισχύος μπορεί ανά πάσα στιγμή να ξεφύγει. Στη διεθνή πολιτική υπάρχουν ελεγχόμενα πλήγματα, προειδοποιήσεις και κανάλια αποτροπής. Δεν υπάρχουν όμως απολύτως ασφαλή θεατρικά έργα με αληθινά όπλα.
Ακόμη κι αν οι πρωταγωνιστές έχουν συμφωνήσει μέχρι πού θα φτάσει η πρώτη πράξη, κανείς δεν εγγυάται ότι ένας λάθος υπολογισμός, ένας πύραυλος ή ένας διοικητής στο πεδίο δεν θα γράψει μόνος του το τέλος.
Η «Ασπίδα του Αχιλλέα» δεν απαντά στο πολιτικό ερώτημα
Η κυβέρνηση προβάλλει την «Ασπίδα του Αχιλλέα», τους εξοπλισμούς και τη στρατηγική συνεργασία με το Ισραήλ ως εγγύηση ασφάλειας. Η ενίσχυση της αποτροπής είναι απαραίτητη. Αλλά κανένα αντιαεροπορικό σύστημα δεν προστατεύει μια χώρα από μια κακή πολιτική συμφωνία.
Μπορείς να αγοράσεις πυραύλους. Δεν μπορείς να αγοράσεις εθνική στρατηγική, πολιτική βούληση και καθαρή ενημέρωση των πολιτών.
Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο τι όπλα διαθέτει η Ελλάδα. Είναι με ποια εντολή διαπραγματεύεται η κυβέρνησή της, ποιες είναι οι αδιαπραγμάτευτες γραμμές και αν ετοιμάζεται να βαφτίσει «ειρήνη» μια διευθέτηση που θα νομιμοποιεί τουρκικές αξιώσεις.
Το 1974 προειδοποιεί — δεν προσφέρεται για μύθους
Η τραγωδία της Κύπρου αποτελεί την πιο σκληρή υπενθύμιση για το πού οδηγούν ο τυχοδιωκτισμός, η αφέλεια και η εξάρτηση από ξένες διαβεβαιώσεις. Το πραξικόπημα της χούντας του Ιωαννίδη κατά του Μακαρίου άνοιξε τον δρόμο στην τουρκική εισβολή και στη συνεχιζόμενη κατοχή.
Δεν χρειάζονται φυλετικές θεωρίες ούτε ανυπόστατες ιστορίες περί θρησκευτικής καταγωγής για να καταλογιστούν οι πραγματικές ευθύνες. Τέτοιοι ισχυρισμοί δεν αποκαλύπτουν την Ιστορία· τη θολώνουν και χαρίζουν στους υπεύθυνους το τέλειο άλλοθι να απορρίπτουν μαζί με τη συνωμοσιολογία και τα απολύτως νόμιμα ερωτήματα.
Το πραγματικό μάθημα του 1974 είναι απλό και βαρύ: όποιος παραδίδει την εθνική στρατηγική σε ξένες υποσχέσεις, όποιος πιστεύει ότι μπορεί να ελέγξει μια πολεμική κρίση και όποιος κρατά τον λαό στο σκοτάδι παίζει με την ίδια τη χώρα.
Λοιπόν, είναι στημένο;
Με τα σημερινά δημόσια στοιχεία, δεν μπορεί να αποδειχθεί ότι Αθήνα, Άγκυρα, Ουάσιγκτον και Τελ Αβίβ έχουν συμφωνήσει ένα «στημένο ματς». Μπορεί όμως να αποδειχθεί ότι κρίσιμες συνομιλίες γίνονται πίσω από κλειστές πόρτες, ότι οι ΗΠΑ επιχειρούν να διαμορφώσουν μηχανισμούς ελέγχου των περιφερειακών εντάσεων και ότι η ελληνική κοινωνία ενημερώνεται κατόπιν εορτής.
Αυτό αρκεί για να απαιτηθούν απαντήσεις.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης οφείλει να πει καθαρά εάν συναντήθηκε με τον Ιμπραήμ Καλίν, ποια ελληνοτουρκικά ζητήματα συζητήθηκαν, αν υπάρχει αμερικανικό σχέδιο διευθέτησης και ποιες δεσμεύσεις έχει αναλάβει η Αθήνα.
Γιατί στα πραγματικά στημένα παιχνίδια το πρόβλημα δεν είναι μόνο ότι γνωρίζουν το αποτέλεσμα οι παίκτες. Είναι ότι ο κόσμος στις εξέδρες πληρώνει το εισιτήριο, πιστεύοντας πως παρακολουθεί κανονικό αγώνα.

