Ο σημερινός πρωθυπουργός συμπεριφέρεται σαν ιδιοκτήτης της Νέας Δημοκρατίας και ο πρώην πρωθυπουργός παρουσιάζεται ως σωτήρας, λες και η κοινωνία ξέχασε τα μνημόνια, τον ΕΝΦΙΑ και την ανεργία του 27,9%. Δύο πολιτικοί κόσμοι συγκρούονται για την κληρονομιά της Κεντροδεξιάς, αλλά κανείς τους δεν δικαιούται να σβήνει τη δική του διαδρομή.
Ο γαλάζιος εμφύλιος ξέφυγε πλέον από τα κομματικά σαλόνια και βγήκε δημόσια, με ονόματα, οικογένειες, υστεροφημίες και βαριές κουβέντες.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης δήλωσε από τη ΔΕΘ ότι ο Αντώνης Σαμαράς διαθέτει «τεχνογνωσία» στο πώς να κάνει κακό στην παράταξη και εξέφρασε την ελπίδα να μην την αξιοποιήσει. Ο πρώην πρωθυπουργός απάντησε ότι για το ποιος βλάπτει την παράταξη δεν αποφασίζει η οικογένεια Μητσοτάκη, αλλά ο λαός της. Και κατέληξε με τη φράση που κήρυξε επίσημα τον πόλεμο: «Δεν είναι αυτή η παράταξη. Αυτό είναι το κόμμα Μητσοτάκη».
Ωραία όλα αυτά για τους μηχανισμούς, τα στρατόπεδα και τους αυλικούς. Για την κοινωνία, όμως, υπάρχει ένα απλό ερώτημα:
Ποιος από τους δύο δικαιούται να εμφανίζεται ως αθώος υπερασπιστής του λαού;
Η απάντηση είναι: κανένας.
Ο Μητσοτάκης μπερδεύει την παράταξη με τον εαυτό του
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει κάθε δικαίωμα να διαφωνεί με τον Αντώνη Σαμαρά. Έχει δικαίωμα να απορρίπτει τις θέσεις του στα ελληνοτουρκικά, να θεωρεί αδύνατη μια μελλοντική συνεργασία και να υπερασπίζεται τη δική του πολιτική.
Δεν έχει, όμως, κανένα δικαίωμα να εμφανίζεται ως ιδιοκτήτης μιας ιστορικής παράταξης και να χαρακτηρίζει περίπου σαμποτέρ όποιον συγκρούεται μαζί του.
Η Νέα Δημοκρατία δεν ιδρύθηκε από τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Δεν είναι οικογενειακή επιχείρηση, ούτε προσωπικός μηχανισμός με ισόβιο διευθύνοντα σύμβουλο. Η παράταξη προϋπήρχε του σημερινού αρχηγού και θα υπάρχει μετά από αυτόν.
Η αναφορά στην «υστεροφημία» του Σαμαρά ήταν αλαζονική. Η δε φράση περί «τεχνογνωσίας» δεν ήταν πολιτικό επιχείρημα. Ήταν προσωπικό χτύπημα, μια δηλητηριώδης επιστροφή στη σύγκρουση του 1993 και στην πτώση της κυβέρνησης του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη.
Ακόμη και η μεταγενέστερη ειρωνεία του πρωθυπουργού για το 18% που πήρε η ΝΔ υπό τον Σαμαρά στις εκλογές του Μαΐου 2012 ήταν βολικά μισή. Τον Ιούνιο του ίδιου έτους η ΝΔ έφτασε στο 29,66% και ο Σαμαράς σχημάτισε κυβέρνηση. Όταν ένας πρωθυπουργός διαλέγει μόνο τον αριθμό που τον εξυπηρετεί, δεν υπερασπίζεται την ιστορία. Την κόβει και τη ράβει στα μέτρα της στιγμής.
Και ο Σαμαράς παριστάνει τον αθώο σωτήρα
Από την άλλη πλευρά, ο Αντώνης Σαμαράς εμφανίζεται σήμερα ως ο αυθεντικός εκφραστής της λαϊκής Δεξιάς και ως ο άνθρωπος που δήθεν δικαιώθηκε από την ιστορία σε όλα.
Επικαλείται τους περίπου 800.000 πολίτες που τον εξέλεξαν στην ηγεσία της ΝΔ και μιλά για την «πραγματική τεχνογνωσία» με την οποία έσωσε τη χώρα από την πτώχευση.
Μόνο που η πολιτική ιστορία δεν είναι προεκλογικό βίντεο διάρκειας ενός λεπτού.
Ο Σαμαράς κυβέρνησε από το 2012 έως το 2015, σε συνεργασία με το ΠΑΣΟΚ και αρχικά με τη ΔΗΜΑΡ. Επί της κυβέρνησής του εφαρμόστηκαν σκληρές μνημονιακές πολιτικές, περικοπές και φορολογικά μέτρα. Ο ΕΝΦΙΑ θεσπίστηκε το 2013 και επιβλήθηκε από το 2014, ενώ η ανεργία έφτασε τον Ιούνιο του 2013 στο 27,9%, με περισσότερους από 1,4 εκατομμύρια ανέργους.
Μπορεί να υποστηρίζει ότι παρέλαβε μια χώρα στο χείλος της καταστροφής. Μπορεί να προβάλλει τη δημοσιονομική σταθεροποίηση και την παραμονή στο ευρώ. Δεν μπορεί, όμως, να μιλά σαν να σώθηκε η Ελλάδα χωρίς να συντριβεί μεγάλο μέρος της κοινωνίας.
Ο λογαριασμός εκείνης της «διάσωσης» δεν πληρώθηκε από τους πολιτικούς που σήμερα τσακώνονται για την υστεροφημία τους. Πληρώθηκε από μισθωτούς, συνταξιούχους, ανέργους, μικρομεσαίους και οικογένειες που έχασαν εισόδημα, δουλειές και περιουσίες.
Σωστές καταγγελίες δεν σβήνουν τη δική του ευθύνη
Ο Σαμαράς εξαπέλυσε βαρύ κατηγορητήριο κατά του σημερινού πρωθυπουργού. Μίλησε για ακρίβεια, αλαζονεία, απευθείας αναθέσεις, φτωχοποίηση της επαρχίας, πίεση της μεσαίας τάξης, εξαθλίωση αγροτών και κτηνοτρόφων, ΟΠΕΚΕΠΕ, Τέμπη και υποκλοπές.
Πολλά από αυτά είναι πράγματι τα μεγάλα ανοιχτά μέτωπα της κυβέρνησης Μητσοτάκη. Η ακρίβεια εξανεμίζει τα εισοδήματα. Η επαρχία στενάζει. Ο πρωτογενής τομέας βρίσκεται σε αδιέξοδο. Οι υποκλοπές, τα Τέμπη και η υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ δεν εξαφανίζονται επειδή το Μαξίμου αλλάζει ατζέντα.
Αλλά η βάσιμη κριτική προς τη σημερινή κυβέρνηση δεν μετατρέπει αυτομάτως τον Σαμαρά σε καθαρό και αμόλυντο εκφραστή της κοινωνικής αγανάκτησης.
Δεν γίνεται να καταγγέλλει σήμερα το «κυνήγι της μεσαίας τάξης» χωρίς να θυμάται τι συνέβη στη μεσαία τάξη επί της δικής του πρωθυπουργίας. Δεν γίνεται να μιλά για φτωχοποίηση σαν να εμφανίστηκε το φαινόμενο το 2019. Και δεν γίνεται κάθε πολιτικός που επιστρέφει να απαιτεί από τον λαό να θυμάται μόνο τις καλές φωτογραφίες του και να διαγράφει τον λογαριασμό της διακυβέρνησής του.
Δύο υστεροφημίες, καμία αυτοκριτική
Ο Μητσοτάκης λέει στον Σαμαρά να προσέξει την υστεροφημία του. Ο Σαμαράς απαντά ότι ο Μητσοτάκης θα μείνει στην ιστορία ως πρωθυπουργός της ακρίβειας, της διαφθοράς και της αλαζονείας.
Και οι δύο μιλούν για την ιστορία. Κανείς δεν μιλά για αυτοκριτική.
Ο σημερινός πρωθυπουργός δεν αναγνωρίζει ουσιαστική ευθύνη για τις πληγές της δικής του διακυβέρνησης. Ο πρώην πρωθυπουργός περιγράφει τη δική του περίοδο σαν εθνική διάσωση, αφήνοντας έξω από το κάδρο την κοινωνική ερήμωση.
Ο ένας παρουσιάζει την παράταξη σαν προσωπική ιδιοκτησία. Ο άλλος παρουσιάζει τον εαυτό του σαν τον μοναδικό νόμιμο κληρονόμο της.
Αυτός δεν είναι διάλογος για το μέλλον της χώρας. Είναι καβγάς δύο πολιτικών κέντρων εξουσίας για το ποιος θα πάρει τα κλειδιά του ίδιου μαγαζιού.
Η Ελλάδα δεν χρειάζεται άλλον έναν οικογενειακό ή κομματικό σωτήρα
Η σύγκρουση Μητσοτάκη–Σαμαρά μπορεί να οδηγήσει σε βαθιά διάσπαση της Κεντροδεξιάς και ενδεχομένως στη δημιουργία νέου κόμματος. Αυτό αφορά τους πολιτικούς συσχετισμούς και τις επόμενες εκλογές.
Τον πολίτη, όμως, δεν τον ενδιαφέρει ποιος θα κληρονομήσει την «πολυκατοικία». Τον ενδιαφέρει ποιος θα μειώσει πραγματικά το κόστος ζωής, ποιος θα προστατεύσει τη θεσμική λειτουργία της χώρας, ποιος θα στηρίξει την παραγωγή και ποιος θα σταματήσει να αντιμετωπίζει την Ελλάδα ως λάφυρο κομματικών και οικογενειακών μηχανισμών.
Ο Μητσοτάκης οφείλει να καταλάβει ότι η κυβέρνηση δεν είναι ιδιοκτησία του. Ο Σαμαράς οφείλει να καταλάβει ότι η μνήμη του λαού δεν ξεκινά το 2019.
Και οι δύο έχουν κυβερνήσει. Και οι δύο κρίνονται από τα έργα τους, όχι από τις ατάκες τους.
Γιατί στο τέλος, ούτε η παράταξη ανήκει στον Μητσοτάκη ούτε η πατρίδα χρωστά αιώνια ευγνωμοσύνη στον Σαμαρά.
Η Ελλάδα ανήκει στους πολίτες της. Και αυτοί έχουν πληρώσει ήδη υπερβολικά ακριβά τις υστεροφημίες και των δύο.

