Φοροελαφρύνσεις στους ιδιοκτήτες, κίνητρα στις τράπεζες και διευκολύνσεις στους κατασκευαστές – Για τον ενοικιαστή μία επιστροφή και καμία εγγύηση ότι το ενοίκιο θα μειωθεί
Η κυβέρνηση ετοιμάζεται να παρουσιάσει στη ΔΕΘ ακόμη ένα «πακέτο» για τη στεγαστική κρίση.
Μόνο που, για μία ακόμη φορά, το σχέδιο φαίνεται να στηρίζεται στη γνωστή συνταγή: λιγότεροι φόροι στους ιδιοκτήτες, κίνητρα στις τράπεζες, παρατάσεις στους κατασκευαστές και η ελπίδα ότι κάποια στιγμή το όφελος θα φτάσει και στον ενοικιαστή.
Μέχρι τότε, ο πολίτης θα συνεχίσει να πληρώνει 600, 700 ή 800 ευρώ για ένα διαμέρισμα που πριν από λίγα χρόνια κόστιζε τα μισά.
Αλλά θα μπορεί να παρηγορείται επειδή τον Νοέμβριο ίσως πάρει πίσω ένα ενοίκιο.
Δώδεκα πληρώνει, ένα επιστρέφεται και η κυβέρνηση το παρουσιάζει ως στεγαστική πολιτική.
Μειώνουν τον φόρο του ιδιοκτήτη και περιμένουν να πέσει το ενοίκιο
Στο τραπέζι βρίσκεται η περαιτέρω μείωση της φορολογίας των εισοδημάτων από ενοίκια. Ένα από τα σενάρια προβλέπει νέο συντελεστή 9% για τα πρώτα 10.000 ευρώ, αντί του 15% που εφαρμόζεται σήμερα στο πρώτο εισοδηματικό κλιμάκιο.
Η φορολογική ελάφρυνση μπορεί να ενθαρρύνει περισσότερους ιδιοκτήτες να δηλώνουν τα πραγματικά μισθώματα και να διαθέσουν κλειστές κατοικίες στην αγορά.
Υπάρχει, όμως, μια μικρή λεπτομέρεια.
Ποιος εγγυάται ότι η μείωση του φόρου θα περάσει στον ενοικιαστή;
Εάν ένας ιδιοκτήτης εισπράττει 700 ευρώ τον μήνα και πληρώσει λιγότερο φόρο, δεν υπάρχει κανένας αυτοματισμός που θα τον υποχρεώσει να μειώσει το ενοίκιο στα 600 ευρώ. Μπορεί απλώς να κρατήσει ολόκληρο το φορολογικό όφελος.
Και τότε δεν θα έχουμε στεγαστικό μέτρο.
Θα έχουμε φορολογικό δώρο χωρίς κοινωνικό αντάλλαγμα.
Οι τραπεζικές πληρωμές θα αποκαλύψουν την πραγματικότητα
Η υποχρεωτική πληρωμή των ενοικίων μέσω του τραπεζικού συστήματος αναμένεται να δώσει στην ΑΑΔΕ τη δυνατότητα εκτεταμένων διασταυρώσεων.
Καιρός ήταν.
Το μέσο δηλωμένο ενοίκιο εμφανίζεται να μην ξεπερνά τα 255 ευρώ τον μήνα, όταν σε Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Χαλκίδα και άλλες πόλεις με αυτό το ποσό δύσκολα ενοικιάζεται ακόμη και αξιοπρεπής γκαρσονιέρα.
Η αποκάλυψη των πραγματικών μισθωμάτων είναι αναγκαία. Δεν αρκεί, όμως, για να στεγάσει μια οικογένεια.
Η φορολογική συμμόρφωση είναι υπόθεση του κράτους. Η προσιτή κατοικία είναι πολιτική υποχρέωση του κράτους. Το πρώτο δεν μπορεί να εμφανίζεται ως υποκατάστατο του δεύτερου.
Κλειστά σπίτια υπάρχουν – Σχέδιο για να ανοίξουν υπάρχει;
Εξετάζεται η παράταση και η διεύρυνση της τριετούς φοροαπαλλαγής για κλειστές κατοικίες που επιστρέφουν στη μακροχρόνια μίσθωση.
Η κατεύθυνση είναι σωστή.
Το γεγονός, όμως, ότι συζητείται ξανά η χαλάρωση των προϋποθέσεων αποτελεί έμμεση παραδοχή ότι το σημερινό πλαίσιο δεν κινητοποίησε όσα ακίνητα απαιτούνται.
Για να ανοίξει ένα παλιό και εγκαταλειμμένο διαμέρισμα δεν αρκεί μια φοροαπαλλαγή. Χρειάζονται χρήματα για επισκευές, σαφείς κανόνες, γρήγορες διαδικασίες και πραγματική χρηματοδότηση για όσους δεν διαθέτουν δεκάδες χιλιάδες ευρώ προκαταβολικά.
Η έκπτωση φόρου έως 16.000 ευρώ για ανακαινίσεις ακούγεται εντυπωσιακή. Προϋποθέτει, όμως, ότι ο ιδιοκτήτης έχει ήδη τα χρήματα για να πληρώσει τις εργασίες και θα περιμένει να συμψηφίσει το όφελος σταδιακά σε βάθος πενταετίας.
Οι αριθμοί γράφουν ωραία στα δελτία Τύπου.
Οι σκαλωσιές, όμως, δεν στήνονται με μελλοντικές φορολογικές εκπτώσεις.
«Σπίτι μου» με φοροδώρα στις τράπεζες
Στον κυβερνητικό σχεδιασμό φέρεται να περιλαμβάνεται και ένα νέο, μονιμότερο πρόγραμμα τύπου «Σπίτι μου».
Αυτή τη φορά εξετάζεται η παροχή φορολογικών κινήτρων στα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, ώστε να χορηγούν στεγαστικά δάνεια με χαμηλότερο επιτόκιο.
Δηλαδή ακόμη μία φορά το κράτος δεν θα κατασκευάζει κατοικίες.
Θα διευκολύνει τις τράπεζες να δίνουν δάνεια για να αγοράζουν οι πολίτες τα λιγοστά σπίτια που ήδη υπάρχουν.
Όταν αυξάνεις τη ζήτηση χωρίς να αυξάνεις εγκαίρως την προσφορά, το πιθανότερο είναι να αυξηθούν οι τιμές. Το είδαμε στους προηγούμενους κύκλους. Το αναγνωρίζει πλέον ακόμη και ο ίδιος ο σχεδιασμός του νέου προγράμματος.
Κι όμως, η απάντηση παραμένει παρόμοια: νέο χρηματοδοτικό σχήμα, νέες διευκολύνσεις και νέα εξάρτηση από τις τράπεζες.
Η στεγαστική πολιτική μετατρέπεται σε τραπεζικό προϊόν με κοινωνική συσκευασία.
Ένα ενοίκιο πίσω, έντεκα μπροστά
Η ετήσια επιστροφή ενός ενοικίου, με βασικό ανώτατο ποσό τα 800 ευρώ για την κύρια κατοικία και προσαύξηση για τα εξαρτώμενα παιδιά, προσφέρει ασφαλώς μια πρόσκαιρη ανάσα.
Δεν αντιμετωπίζει, όμως, την αιτία του προβλήματος.
Εάν το ενοίκιο αυξηθεί μέσα σε δύο χρόνια από τα 500 στα 700 ευρώ, η επιστροφή ενός μισθώματος δεν αποκαθιστά την απώλεια. Απλώς επιστρέφει στον ενοικιαστή ένα μικρό μέρος από την ετήσια επιβάρυνση που ήδη έχει υποστεί.
Είναι επίδομα διαχείρισης της ακρίβειας.
Όχι πολιτική μείωσης της ακρίβειας.
Ο ευάλωτος θα χάσει το σπίτι και θα γίνει ενοικιαστής του
Για τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά επανέρχεται ο Φορέας Απόκτησης και Επαναμίσθωσης.
Ο σχεδιασμός προβλέπει ότι ο φορέας θα αγοράζει την κύρια κατοικία του ευάλωτου οφειλέτη πριν από τον πλειστηριασμό ή την πτώχευση και θα του την επαναμισθώνει για έως 12 χρόνια, με δυνατότητα μελλοντικής επαναγοράς υπό προϋποθέσεις.
Η κυβέρνηση το ονομάζει προστασία της κατοικίας.
Στην πραγματικότητα, ο πολίτης χάνει την ιδιοκτησία του, παραμένει μέσα ως ενοικιαστής και καλείται κάποτε να αγοράσει ξανά το σπίτι που ήταν δικό του.
Και όλα αυτά ενώ παραμένουν αδιευκρίνιστα κρίσιμα ζητήματα: ποιοι θα εντάσσονται, πόσο θα είναι το ενοίκιο, πώς θα καθορίζεται η αξία επαναγοράς και τι θα συμβαίνει εάν ένα ευάλωτο νοικοκυριό δεν μπορέσει να πληρώσει ούτε τη νέα μίσθωση.
Προστασία χωρίς καθαρούς όρους δεν είναι προστασία.
Είναι αναμονή έξωσης με κυβερνητική ορολογία.
Τα ερωτήματα που δεν χωρούν στο «πακέτο»
Πόσες νέες κοινωνικές κατοικίες θα κατασκευαστούν;
Πόσα κλειστά σπίτια θα επιστρέψουν πραγματικά στην αγορά και μέχρι πότε;
Ποιος θα ελέγξει εάν οι φοροελαφρύνσεις μεταφέρονται στις τιμές των ενοικίων;
Πώς θα προστατευτεί η κύρια κατοικία από πλειστηριασμούς και επιθετικές πρακτικές εταιρειών διαχείρισης απαιτήσεων;
Τι θα γίνει με τους νέους εργαζομένους που δεν μπορούν ούτε να αγοράσουν ούτε να νοικιάσουν;
Αυτά είναι τα πραγματικά ερωτήματα.
Γιατί η στεγαστική κρίση δεν είναι λογιστικό πρόβλημα. Είναι κοινωνικό πρόβλημα. Δεν αντιμετωπίζεται με περισσότερα δάνεια, περισσότερες φοροαπαλλαγές και μία επιστροφή ενοικίου τον χρόνο.
Αντιμετωπίζεται με περισσότερα διαθέσιμα σπίτια, πραγματική κοινωνική κατοικία, προστασία της κύριας κατοικίας και εισοδήματα που επιτρέπουν στους ανθρώπους να ζουν χωρίς να παραδίδουν τον μισό μισθό τους για τέσσερις τοίχους.
Όλα τα υπόλοιπα είναι στεγαστική πολιτική για τη ΔΕΘ.
Όχι για την κοινωνία.

