Προσποιούνται λογιστές, εφοριακούς και τεχνικούς, πιέζουν τα θύματα και αποσπούν χρήματα και κοσμήματα. Τα στοιχεία για επανειλημμένες συλλήψεις αναδεικνύουν τη δυσκολία αντιμετώπισης του φαινομένου.
Ένα τηλεφώνημα, μια υποτιθέμενη έκτακτη ανάγκη και η απαίτηση να γίνουν όλα αμέσως. Με αυτά τα μέσα, κυκλώματα τηλεφωνικής απάτης καταφέρνουν να αποσπούν οικονομίες και πολύτιμα αντικείμενα, οδηγώντας συχνά τα ίδια τα θύματα να παραδώσουν την περιουσία τους.
Η Εύβοια βρίσκεται μέσα στον χάρτη αυτής της εγκληματικής δραστηριότητας. Σύμφωνα με ρεπορτάζ της «Καθημερινής», στα μέσα Σεπτεμβρίου μια 35χρονη στα Ψαχνά παρέδωσε χρήματα και κοσμήματα συνολικής αξίας 3.500 ευρώ σε απατεώνες που εμφανίστηκαν ως υπάλληλοι του ΔΕΔΔΗΕ. Το περιστατικό δείχνει ότι η εξαπάτηση δεν περιορίζεται στους ηλικιωμένους: η πίεση και ο αιφνιδιασμός μπορούν να παγιδεύσουν ανθρώπους διαφορετικών ηλικιών.
Το ανησυχητικό στοιχείο είναι η επανειλημμένη εμφάνιση των ίδιων προσώπων σε σχετικές υποθέσεις. Σύμφωνα με τα αστυνομικά στοιχεία που παρουσιάζει το δημοσίευμα, τουλάχιστον 270 άτομα που συνελήφθησαν μέσα στο 2026 για απάτες είχαν συλληφθεί ή καταδικαστεί και στο παρελθόν για αντίστοιχα αδικήματα. Για δύο από αυτά καταγράφονταν δέκα προηγούμενες εμπλοκές.
Οι προηγούμενες συλλήψεις δεν ισοδυναμούν με καταδίκες. Ωστόσο, η παρουσία προσώπων σε διαδοχικές δικογραφίες αναδεικνύει ένα ουσιαστικό ζήτημα για τις διωκτικές αρχές: πώς διακόπτεται η λειτουργία των δικτύων και αποτρέπεται η επανάληψη της δράσης τους.
Οι μέθοδοι συχνά παραμένουν ίδιες. Οι απατεώνες παρουσιάζονται ως λογιστές ή εφοριακοί και επικαλούνται δήθεν φορολογικές εκκρεμότητες, πρόστιμα ή υποχρεώσεις για μετρητά και κοσμήματα που βρίσκονται στο σπίτι. Άλλοτε υποδύονται τεχνικούς και προβάλλουν μια ανύπαρκτη ηλεκτρολογική βλάβη ως πρόσχημα για την απομάκρυνση χρημάτων και τιμαλφών.
Κοινός παρονομαστής είναι η κατασκευή μιας αίσθησης επείγοντος. Οι δράστες δίνουν συνεχείς οδηγίες, προσπαθούν να κρατήσουν τον άνθρωπο στην τηλεφωνική γραμμή και περιορίζουν τον χρόνο που έχει για να σκεφτεί, να αμφισβητήσει ή να επικοινωνήσει με κάποιον δικό του.
Έτσι, η παράδοση χρημάτων εμφανίζεται στα μάτια του θύματος ως απαραίτητη ενέργεια για να αποφύγει έναν μεγαλύτερο κίνδυνο. Η εξαπάτηση στηρίζεται στον φόβο που προκαλεί η συνομιλία και στην εμπιστοσύνη που επιχειρεί να εμπνεύσει μια υποτιθέμενη επαγγελματική ιδιότητα.
Η έκταση του προβλήματος αποτυπώνεται και στον συνολικό αριθμό των υποθέσεων. Για τους πρώτους εννέα μήνες του 2026, το ίδιο ρεπορτάζ αναφέρει 2.461 εξιχνιασμένες περιπτώσεις απάτης, 1.136 συλλήψεις και 482 προσωρινές κρατήσεις σε ολόκληρη τη χώρα. Οι αριθμοί αφορούν ευρύτερα τις απάτες και δεν περιορίζονται στις τηλεφωνικές.
Παράλληλα, παρουσιάζεται σχεδιασμός για τη δημιουργία εθνικού κέντρου δράσης κατά της απάτης, με στόχο, μεταξύ άλλων, την ταχύτερη αντίδραση μετά τις καταγγελίες και τη διακοπή της μεταφοράς χρημάτων προς τα κυκλώματα.
Οι ενημερωτικές δράσεις της Αστυνομίας σε ΚΑΠΗ και τοπικές κοινότητες αποτελούν ένα ακόμη μέσο πρόληψης. Το περιστατικό στα Ψαχνά, όμως, υπενθυμίζει ότι η ενημέρωση χρειάζεται να φτάνει σε κάθε ηλικία και να εξηγεί συγκεκριμένα τον τρόπο με τον οποίο στήνεται η παγίδα.
Πίσω από κάθε δικογραφία υπάρχει ένας άνθρωπος που έχασε χρήματα, οικογενειακά κειμήλια και την αίσθηση ασφάλειας μέσα στο ίδιο του το σπίτι. Η αντιμετώπιση αυτών των υποθέσεων κρίνεται στην έγκαιρη προστασία του επόμενου πιθανού θύματος, στον εντοπισμό των συνεργών και στην ανάκτηση όσων αφαιρέθηκαν.
Πηγή: Ρεπορτάζ του Γιάννη Παπαδόπουλου στην «Καθημερινή»

