Τα ανοιχτά ζητήματα για τα F-35 και η αμερικανική εξάρτηση του KAAN αποκαλύπτουν τα όρια της τουρκικής αμυντικής αυτονομίας. Δεν τεκμηριώνουν, όμως, ότι η χώρα «μένει χωρίς πολεμικά αεροσκάφη».
Οι νέες δηλώσεις του Αμερικανού πρέσβη Τομ Μπάρακ επαναφέρουν στο προσκήνιο τις δυσκολίες στις εξοπλιστικές σχέσεις Ουάσιγκτον–Άγκυρας. Πίσω από τις διακηρύξεις περί αμυντικής αυτάρκειας, παραμένουν πολιτικές εκκρεμότητες και κρίσιμες εξαρτήσεις. Η εικόνα αυτή, ωστόσο, απέχει από την κατάρρευση της τουρκικής Πολεμικής Αεροπορίας που περιγράφουν ορισμένες αναρτήσεις.
Σε πρόσφατη συνέντευξή του, ο Μπάρακ αναφέρθηκε στην ασυμβατότητα των ρωσικών S-400 με τα αμερικανικά συστήματα και στις συζητήσεις για την επίλυση του προβλήματος, περιλαμβανομένης της πιθανότητας πώλησης ή μεταφοράς τους. Παράλληλα, υποβάθμισε τη σημασία των F-35 για την Τουρκία, προβάλλοντας την ανάπτυξη της τουρκικής αμυντικής βιομηχανίας. Από τις διαθέσιμες δηλώσεις δεν προκύπτει ανακοίνωση οριστικού αποκλεισμού κάθε μελλοντικής συμφωνίας.
Πολιτικά, αυτή η τοποθέτηση αφήνει την Άγκυρα αντιμέτωπη με το ίδιο ουσιαστικό ερώτημα: πότε οι διπλωματικές διαβεβαιώσεις θα μετατραπούν σε συγκεκριμένες αποφάσεις; Η αισιοδοξία ενός πρέσβη δεν ισοδυναμεί με συμφωνία προμήθειας και χρονοδιάγραμμα παραδόσεων.
Στο KAAN απαιτείται επίσης ακρίβεια. Το πρωτότυπο έχει ήδη πετάξει, με πρώτη πτήση στις 21 Φεβρουαρίου 2024. Επομένως, η διατύπωση ότι το πρόγραμμα είναι συνολικά «χωρίς κινητήρες» είναι παραπλανητική.
Επιπλέον, σε συνέντευξη Τύπου στο Farnborough τον Ιούλιο του 2026, ο επικεφαλής της TUSAŞ Μεχμέτ Ντεμίρογλου δήλωσε ότι δέκα κινητήρες F110 για πρωτότυπα και δοκιμές βρίσκονταν ήδη στην Άγκυρα. Ανέφερε ακόμη πρόοδο στην αμερικανική διαδικασία αδειοδότησης για επιπλέον κινητήρες, με διοικητικά βήματα να απομένουν. Πρόκειται για δηλώσεις της κατασκευάστριας, όχι για απόδειξη ολοκλήρωσης όλων των παραδόσεων.
Το συμπέρασμα είναι συγκεκριμένο: η εξάρτηση από αμερικανικούς κινητήρες περιορίζει την αυτονομία του προγράμματος. Δεν αποδεικνύει ότι το KAAN έχει ακυρωθεί ή ότι αποκλείεται να παραχθεί.
Αντίστοιχα, ο ισχυρισμός ότι οι ΗΠΑ δεν έχουν εγκρίνει αναβάθμιση τουρκικών F-16 παραλείπει ένα καθοριστικό γεγονός. Στις 26 Ιανουαρίου 2024 ανακοινώθηκε αμερικανική έγκριση πιθανής πώλησης 40 νέων F-16 και εκσυγχρονισμού 79 υφιστάμενων αεροσκαφών. Η έγκριση δεν σημαίνει ολοκληρωμένη υλοποίηση, αλλά δεν μπορεί να παρουσιάζεται ως ανύπαρκτη.
Όσο για τον αριθμό «μόλις 40 αξιόμαχα F-16», δεν εντοπίστηκε αξιόπιστη δημόσια τεκμηρίωση που να επιτρέπει να παρουσιαστεί ως γεγονός. Άλλο ο αριθμός αεροσκαφών μιας προμήθειας και άλλο η πραγματική επιχειρησιακή διαθεσιμότητα ενός στόλου.
Για την Ελλάδα, η ουσιαστική απάντηση βρίσκεται στη συνεχή ενίσχυση της αποτροπής, στην εκπαίδευση, στη συντήρηση και στην ετοιμότητα. Η εμπιστοσύνη στις ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις πρέπει να συνοδεύεται από νηφάλια αποτίμηση του αντιπάλου. Οι τουρκικές εξοπλιστικές εξαρτήσεις αξίζουν προσεκτική παρακολούθηση. Οι βεβαιότητες περί εύκολης επικράτησης δεν αποτελούν αμυντικό σχεδιασμό.

