Μια μαμή από τους Αμέλαντες, τα «Λαογραφικά Κύμης Ευβοίας» και η ανασύνθεση ενός χαμένου κόσμου από τέσσερις πηγές
Καμία από τις τέσσερις πηγές αυτού του άρθρου δεν γνώριζε τις άλλες. Το 1938 η Καλή Μ. Καλύβη τύπωσε στην Αθήνα τα «Λαογραφικά Κύμης Ευβοίας», με τις γιάτρισσες, τις μαμές και τα έθιμα της γέννας στην Κύμη, χωρίς ονόματα. Την ίδια περίπου εποχή ένας νεαρός δάσκαλος από την Αγία Άννα, ο Δημήτρης Χρ. Σέττας, κατέγραφε στα χωριά του Νηλέα είκοσι τέσσερα ξόρκια από το στόμα τεσσάρων αγράμματων γυναικών και τα δημοσίευσε το 1954 στο Αρχείον Ευβοϊκών Μελετών. Το 1966 μια Αγγλίδα ανθρωπολόγος, η Juliet du Boulay, εγκαταστάθηκε σε ένα από αυτά τα χωριά, τους Αμέλαντες, και το έκανε γνωστό σε όλο τον κόσμο με ψεύτικο όνομα, «Αμπέλι», σε δύο βιβλία που δεν αναφέρουν ούτε τον Σέττα ούτε τις γυναίκες του. Και η τοπική παράδοση της Αγίας Άννας φυλάει, ανεξάρτητα από όλους, μια σπηλιά, έναν βράχο και μια χρονιά: το 1823.
Αν βάλει κανείς τις τέσσερις πηγές τη μία δίπλα στην άλλη, εμφανίζεται ένα πρόσωπο που καμία από μόνη της δεν δείχνει ολόκληρο. Μια γυναίκα που ξεγέννησε σχεδόν ένα ολόκληρο χωριό, ήξερε λόγια παλαιότερα από τη γλώσσα στην οποία τα έλεγε, και τα είχε κληρονομήσει από μια σκλάβα. Η Κύμη δεν είναι εδώ παράρτημα. Είναι ο καθρέφτης: το βιβλίο της Καλύβη περιγράφει με ακρίβεια τη δουλειά που έκανε αυτή η γυναίκα, αλλά σωπαίνει ακριβώς εκεί όπου εκείνη μιλά.
1. Η φωνή: μια αγράμματη λογαριάζει τη ζωή της
Ο Σέττας την παρουσιάζει με λίγες λέξεις που αξίζουν όσο μια ολόκληρη βιογραφία: «Ἀγράμματη, ἀλλά λογοῦ. Παρά τό βάρος τῶν 80 χρόνων της ἀφηγεῖται περίφημα. Εἶναι εὐφυεστάτη. Τό μάτι της ἀστραποβολεῖ» (Σέττας 1954, σ. 44). Λεγόταν Ελένη Δημ. Κωνσταντινάκη και στο χωριό Σκατσέραινα, από το παρατσούκλι του άντρα της. Από τα είκοσι τέσσερα ξόρκια που δημοσίευσε ο Σέττας τα έντεκα είναι δικά της, και είναι η μόνη από τις τέσσερις πληροφορήτριές του για την οποία παραθέτει «βιογραφικό σημείωμα». Το παραθέτει επειδή, όπως σημειώνει, του το έδωσε «μόνη της» (σ. 43). Αξίζει να το διαβάσουμε ολόκληρο, στη γλώσσα της:
«Τά γήτεια αὐτά τά ξέρω, ’π’ τ’ μάνα μ’, τ’ Δροσούλα. Ἡ μακαρίτ’σσα τἄμαθε ’π’ τ’ν ἀδερφή τ’ς, πού τ’ν εἶχαν πάρει σκλάβα οἱ Τοῦρκοι στά Γιάννενα, δώδεκα χρόνια. Μοναχή τ’ς ξεσκλαβώθ’κε. Ἀπ’ τά Γιάννενα ἤφερε τά γήτεια καί τά χορτάρια (βότανα) πού ἤξερε. Κι μ’ ἔμαθε κι μένα νά ξεγεννάω τ’ς γυν’κες. Ἔχω τριάντα ἕξ χρόνια μανοῦ (=μαμμή) κι ξεγέννησα 197 πηδιά. Θέλω νά ξεγεννήσω 200 πηδιά, κι’ ὕστερα ἄς πεθάνω. Εἶμαι 80 χρουνῶ κι’ βάνε. Ἔχω ἐννιά πηδιά, δέκα ὀχτώ ἀγγόνια καί ὀχτώ ξάγγονα (=δισέγγονα). Τά ζωντανά μονάχα. Ὁ πατέρας μου ἔζησε 115 χρόνια. Ξέρω γήτεια καί χορτάρια, ἄμμος τ’ς θάλασσας κι φύλλα ’πού τά δέντρα» (Σέττας 1954, σ. 43–44).
Είναι ένα χρονικό από αριθμούς. Τριάντα έξι χρόνια «μανού», όπως λέγεται η μαμή στη βόρεια Εύβοια, 197 γέννες, ένας στόχος και μια προθεσμία για τον ίδιο της τον θάνατο, εννέα παιδιά, δεκαοκτώ εγγόνια, οκτώ δισέγγονα, και η διευκρίνιση ενός ανθρώπου που έχει θάψει πολλούς: «τά ζωντανά μονάχα». Μια γυναίκα που δεν ήξερε να γράφει μετρούσε τις γέννες της όπως ένας καπετάνιος τα ταξίδια του. Το αρχείο της ήταν το κεφάλι της.
Πότε μίλησε; Ο Σέττας δεν το λέει ρητά. Γράφει όμως ότι είχε συγκεντρώσει σαράντα πέντε ξόρκια, ότι τα τρία μεγαλύτερα τα έστειλε το 1941 από την Αγία Άννα στον καθηγητή Νίκο Βέη και ότι τα υπόλοιπα «κάηκαν στή γερμανική κατοχή» (σ. 31–32). Η συνομιλία έγινε λοιπόν τη δεκαετία του 1930, όταν ο Σέττας, γεννημένος το 1911 στην Αγία Άννα, υπηρετούσε ως δάσκαλος στα χωριά της περιοχής. Εκείνος ήταν γύρω στα είκοσι πέντε, εκείνη πάνω από ογδόντα, άρα γεννημένη γύρω στο 1855. Τα τριάντα έξι χρόνια της ως μαμή καλύπτουν περίπου τα χρόνια 1900 έως 1936. Η επιθυμία της να φτάσει τις διακόσιες γέννες και ύστερα να πεθάνει έχει ένα ιδιαίτερο βάρος αν σκεφτούμε τι ακολούθησε: ο πόλεμος, η Κατοχή και ο Εμφύλιος, που θα δούμε παρακάτω πώς πέρασαν από το χωριό της. Δεν ξέρουμε αν τις έφτασε.
2. Η θεία από τα Γιάννενα: όσα λέει η οικογένεια και όσα λέει ο τόπος
Η οικογενειακή μνήμη κρατάει τρία πράγματα για τη θεία: ότι την πήραν οι Τούρκοι σκλάβα στα Γιάννενα για δώδεκα χρόνια, ότι «μοναχή τ’ς ξεσκλαβώθ’κε», και ότι έφερε από εκεί τα γήτεια και τα βότανα. Δεν κρατάει ούτε το όνομά της ούτε τη χρονιά. Εδώ πρέπει να είμαστε προσεκτικοί: ό,τι ακολουθεί σε αυτή την ενότητα είναι ανασύνθεση, όχι μαρτυρία.
Ο τόπος όμως μιλάει. Τρία χιλιόμετρα από την Αγία Άννα, στο φαράγγι του Νηλέα που χωρίζει την Αγία Άννα από τους Αμέλαντες, υπάρχει μια σπηλιά και ένας βράχος με όνομα. Η τοπική παράδοση λέει ότι το καλοκαίρι του 1823 καμιά σαρανταριά κάτοικοι της περιοχής, κυνηγημένοι από τους Τούρκους, κρύφτηκαν στη σπηλιά· οι διώκτες έβαλαν φωτιά στο στόμιο και οι κρυμμένοι πέθαναν από ασφυξία. Μια γυναίκα, η Μπολοβίναινα, για να μην πιαστεί και για να μην προδώσει το κρησφύγετο, έπεσε από τον βράχο στο ποτάμι. Μια μαρμάρινη πλάκα το θυμίζει. Η ιστορία πίσω από τον θρύλο είναι γνωστή: τον Ιούνιο του 1823 ο Γιουσούφ πασάς Περκόφτσαλης μπήκε με έξι χιλιάδες άνδρες στη βόρεια Εύβοια, η Λίμνη καταστράφηκε τον Ιούλιο, και ο μισθοφορικός στρατός του διαλύθηκε τον Νοέμβριο. Τέτοιοι στρατοί ήταν σε μεγάλο μέρος αλβανικοί, και η πρωτεύουσα της Ηπείρου, εκείνη τη χρονιά υπό τον Ομέρ Βρυώνη, ήταν η φυσική τους επιστροφή. Ένα κορίτσι από την κοιλάδα του Νηλέα που έφτανε αιχμάλωτο στα Γιάννενα θα είχε κάνει ακριβώς αυτόν τον δρόμο.
Αν η αιχμαλωσία έγινε το 1823, η επιστροφή τοποθετείται γύρω στο 1835. Η Εύβοια ήταν από το 1833 ελληνική, και το 1835 είναι η χρονιά που οι Αμέλαντες αναφέρονται για πρώτη φορά επίσημα ως οικισμός του νέου κράτους. Η γυναίκα θα γύριζε σε ένα χωριό που μόλις είχε αποκτήσει όνομα στα κατάστιχα. Η Σκατσέραινα, γεννημένη γύρω στο 1855, θα μάθαινε να ξεγεννά από μια θεία που τότε θα ήταν εξήντα ή εβδομήντα χρονών. Όλα αυτά ταιριάζουν. Κανένα δεν αποδεικνύεται.
Δύο πράγματα όμως είναι βέβαια. Το πρώτο: μια γυναίκα που γύριζε μόνη ύστερα από δώδεκα χρόνια σε τούρκικο σπίτι δεν ήταν συνηθισμένη επιστροφή. Οι πηγές της εποχής λένε ότι αιχμάλωτες στα χαρέμια αρνήθηκαν να γυρίσουν ακόμη κι όταν τις εξαγόραζαν, «ως ατιμασμένες» που δεν θα τις δεχόταν η κοινωνία τους. Η οικογένεια, εκατό χρόνια μετά, κρατάει δύο απαντήσεις σε αυτό το στίγμα: ότι ελευθερώθηκε μόνη της, και ότι δίδαξε. Το δεύτερο βέβαιο: τα Γιάννενα ήταν τότε η πιο γιατρική πόλη του ελληνικού χώρου, πόλη γιατρών και γιατροσοφίων, και η πόρτα προς το Ζαγόρι με τους περιοδεύοντες Βικογιατρούς. Ότι «τα χορτάρια» ήρθαν από εκεί είναι πιθανότατο. Για τα γήτεια η εικόνα είναι πιο σύνθετη: τα παράλληλα που βρίσκει ο ίδιος ο Σέττας για τα ξόρκια της οδηγούν στην Κρήτη, στην Κύπρο, στην Κεφαλονιά και στη διπλανή Ιστιαία, όχι στην Ήπειρο. Ίσως τα λόγια ήταν ευβοϊκά και η ετικέτα «Γιάννενα» τους έδινε κύρος. Ίσως όχι. Το ερώτημα είναι ανοιχτό.
Κι εδώ μπαίνει για πρώτη φορά η Κύμη. Το βιβλίο της Καλύβη ανοίγει με το «Τῆς Ξανθῆς τό τραγούδι»: μια κόρη τραγουδά σε ένα γεφύρι, το γεφύρι τραντάζεται, ο ποταμός σταματά, ο ήλιος δεν πάει να βασιλέψει, και η μάνα του ήλιου την καταριέται. Η κόρη απαντά ότι δεν τραγούδησε, μοιρολόγησε, γιατί ο άντρας της ήταν άρρωστος και της ζήτησε «λαγοῦ τυρί» και «ἄγριας λαφίνας γάλα». Και συνεχίζει: «Ὥσπου νά πάω στήν Ἤμπερο νά κατεβῶ στό δάσος, ἀρρώστησε ξαρρώστησε κι’ ἄλλη γυναῖκα πῆρε». Η Καλύβη σημειώνει σε υποσημείωση: «Ἤμπερος = Ἤπειρος» (Καλύβη 1938, σ. 7). Στο τραγούδι της Κύμης η γυναίκα πηγαίνει στην Ήπειρο για να φέρει γιατρικά και γυρίζει αργά. Στους Αμέλαντες τα γιατρικά έρχονται από την Ήπειρο με μια γυναίκα. Ότι η Ήπειρος ήταν στον ευβοϊκό νου ο τόπος όπου πάει κανείς για γιατρειά, το λέει η πρώτη σελίδα του βιβλίου της Κύμης.
3. Τι έκανε μια μαμή: η Κύμη περιγράφει τη δουλειά, οι Αμέλαντες δίνουν το όνομα
Ο Σέττας μάς δίνει το όνομα και τα λόγια της Σκατσέραινας, όχι τη δουλειά της. Η Καλύβη μάς δίνει τη δουλειά, όχι το όνομα. Στο κεφάλαιο «Έθιμα και δοξασίαι για το παιδί» των Λαογραφικών Κύμης (σ. 108–110) η μαμή εμφανίζεται σε κάθε κρίσιμη στιγμή, πάντα ανώνυμη. Αν διαβάσουμε αυτές τις σελίδες ως περιγραφή του επαγγέλματος, βλέπουμε για πρώτη φορά τι έκαναν τα χέρια της Σκατσέραινας.
Μόλις γεννηθεί η γυναίκα, γράφει η Καλύβη, φωνάζουν τον παπά να διαβάσει ευχή, και όποιος μπαίνει στο σπίτι ραντίζεται με το νερό της ευχής. Επειδή η λεχώνα θεωρείται «πόζηλη», δηλαδή ευπρόσβλητη, «ἡ μαῖα παίρνει μουντζοῦρα καί κάνει ἀπό ἕνα σταυρό σέ κάθε πόρτα». Σαράντα μέρες η λεχώνα δεν κοιτάζεται στον καθρέφτη, δεν κοιτάζει τα βουνά «γιατί τό κύτταγμά της θά τά ’γκρεμνίσει», δεν πηγαίνει σε ξένο σπίτι γιατί εκεί σπάζουν αντικείμενα. Την τρίτη μέρα η οικογένεια τηγανίζει τηγανίτες «γιά νά γλυκάνουν τίς μοῖρες», γίνεται το πρώτο λουτρό του μωρού, «τά κολυμπήματα», και όλοι οι συγγενείς «ἀσημώνουν τό παιδί, ρίχνοντες μέσα στό νερό τοῦ λουτροῦ νομίσματα, τά ὁποῖα παίρνει ἡ μαμή ὡς δῶρον». Ώσπου να βαφτιστεί, το αγόρι λέγεται «δράκος», το κορίτσι «δράκαινα» ή «κακούτα», και πιστεύουν ότι το μάτι δεν το πιάνει, «γιατί ἀνήκει στά κακά πνεύματα» (Καλύβη 1938, σ. 108–109).
Η du Boulay, τριάντα χρόνια αργότερα και στην άλλη άκρη του νησιού, βρήκε στους Αμέλαντες το ίδιο επάγγελμα, ήδη ως ανάμνηση. Οι γυναίκες τής περιέγραψαν τη γέννα στο σπίτι όπως γινόταν παλιά: το παιδί «έπεφτε στη γη», την τρίτη μέρα η μαμή έλουζε το παιδί και μάνα και παιδί οδηγούνταν στο κατώφλι να αντικρίσουν τον ήλιο, ο πλακούντας θαβόταν κάτω από το πάτωμα του σπιτιού, και σαράντα μέρες αργότερα ερχόταν ο «σαραντισμός» στην εκκλησία. Οι γριές, έλεγαν, κάθονταν τη νύχτα στο λεχούδι να κρυφακούσουν τις Μοίρες (du Boulay 2009, σ. 36–37, 70–72, 92–93 και Παράρτημα). Κύμη και Αμέλαντες, 1938 και 1966: η ίδια τρίτη μέρα, το ίδιο λουτρό, οι ίδιες Μοίρες, το ίδιο κατώφλι.
Αυτό είναι το επάγγελμα της Σκατσέραινας, ανασυντεθειμένο από δύο πηγές που δεν την ήξεραν. Η μαμή δεν ξεγεννούσε μόνο. Σφράγιζε τις πόρτες, φύλαγε τη λεχώνα σαράντα μέρες, γλύκαινε τις Μοίρες, έλουζε το παιδί την τρίτη μέρα και το έβγαζε στο κατώφλι, και ήταν η μόνη που ήξερε ποιο παιδί στο χωριό ήταν πρωτότοκο, ποια γυναίκα βύζαινε αγόρι, ποιο μωρό ήταν ακόμη «δράκος». Αυτές οι γνώσεις δεν είναι τυχαίες: τις χρειάζονται, όπως θα δούμε, τα γητέματα. Και μια λεπτομέρεια της γλώσσας το επιβεβαιώνει. Στη βόρεια Εύβοια, γράφει ο Σέττας, το ξεμάτιασμα λέγεται «σαράντιο» και η γυναίκα που ξεματιάζει «σαραντίζει» (Σέττας 1954, σ. 41, 43). Το ρήμα του σαραντισμού, της σαρανταήμερης φροντίδας της λεχώνας, είναι εδώ το ρήμα της θεραπεύτριας. Η μαμή και η γήτισσα μοιράζονται την ίδια λέξη.
4. Τα λόγια που λείπουν από την Κύμη
Στο κεφάλαιο «Ιατρικαί μαγείαι, γητέματα» η Καλύβη σταματά δύο φορές ακριβώς τη στιγμή που η γιάτρισσα ανοίγει το στόμα της. Για τον ίκτερο: στη χάση του φεγγαριού η γιάτρισσα πάει τον άρρωστο σε μια συκιά, τη χαράζει με μαχαίρι, αλείφει με το γάλα της το άρρωστο μέρος «καί λέει μαγικά λόγια…» (σ. 79). Για το ανεμοπύρωμα, τον ερυσίπελα: κόκκινο πανί, τρεις φορές καμένο βαμβάκι, μάλλινα, «καί λόγια μαγικά» (σ. 80). Ποια λόγια, δεν το μάθαμε ποτέ. Αυτά τα δύο κενά είναι ακριβώς οι δύο αρρώστιες για τις οποίες σώζονται τα λόγια της Σκατσέραινας.
Για τον άνθρωπο «πού εἶναι κίτρινος καί δέ μπορεῖ» έλεγε: «Κάτ’ στά πράσινα λειβάδια εἶναι πράσινα πουλιά. Φκιάνε πράσινες φουλιές. Κάνε πράσινα αὐγά. Βγαῖνε πράσινα πουλιά. Οὔτε μάχαιρας τά σφάζει, οὔτε κάκαβος τά βράζει, οὔτε ἄστομος τά τρώει, οὔτε ἄκωλος τά χέζει. Νά φήυγη τοῦ κακό ’πού τόν κίτρινο, νά πάη στ’ ὄρια-β’νά στ’ ἄκαρπα κλαριά» (Σέττας 1954, σ. 52). Ο Σέττας βάζει δίπλα την κυπριακή παραλλαγή και, από τη συλλογή του Heim, έναν λατινικό επωδό της ύστερης αρχαιότητας: «sine manibus collegerunt, sine foco coxerunt, sine dentibus comederunt», χωρίς χέρια τα μάζεψαν, χωρίς φωτιά τα μαγείρεψαν, χωρίς δόντια τα έφαγαν (σ. 53). Μια γυναίκα που δεν ήξερε γράμματα, σε ένα χωριό χωρίς δρόμο, έλεγε έναν τύπο επωδής που είχε καταγραφεί στα λατινικά χίλια πεντακόσια χρόνια νωρίτερα.
Για το ανεμοπύρωμα η Σκατσέραινα έχτιζε δεκαπέντε λέξεις με πρώτο συνθετικό τη φωτιά: «Κίνησε ἕνα πυρόπαιδο. Πῆρε τό πυροτσέκουρο τ’. Πάει στό πυροβούνι, νά κό’ψ πυρόκλαρες…», και στο τέλος «Νά φύ(γ)η πυρόπονος», ενώ άλειφε το πονεμένο μέρος με βούτυρο (σ. 56–57). Ο Σέττας, συγκινημένος, σημειώνει ότι ο λαός «ἀποδείχνεται γλωσσοπλάστης ἀνώτερος, ἴσως, ἀπ’ τόν Αἰσχύλο καί τόν Παλαμᾶ». Στην Κύμη το «πυρ» του ανεμοπυρώματος το πολεμούσαν με φωτιά πάνω σε κόκκινο πανί. Στους Αμέλαντες με μια καταιγίδα από λέξεις.
Δεν είναι όμως όλα διαφορετικά. Η Καλύβη δίνει ολόκληρο ένα γήτεμα, για το τσίμπημα του σκορπιού: «Ἔχω τρία ντζιά· στόνα μέλι, στ’ ἄλλο γάλα, στ’ ἄλλο τοῦ σκορπιοῦ τό αἷμα. Τό γάλα τό πίνουμε, τό μέλι τό τρῶμε, τοῦ σκορπιοῦ τό αἷμα τό χύνουμε στό ρέμμα νά φύγει τό κακό» (Καλύβη 1938, σ. 78). Τα τρία καζάνια με μέλι, γάλα και φαρμάκι είναι και στον Σέττα, τρεις φορές, για τον ήλιο και για τον σκορπιό, και τα ξαναβρίσκει στην Ιστιαία και στο Γύθειο (Σέττας 1954, σ. 44–45, 48–49). Η Κύμη και η Αγία Άννα έλεγαν τον ίδιο λόγο με τις ίδιες λέξεις. Και ένα ακόμη κοινό πρόσωπο: το πρωτότοκο παιδί. Στην Κύμη, για το κριθαράκι, φωνάζουν «ἕναν πρωτότοκο τό πρωΐ μόλις ξυπνήσει, πρίν πλυθεῖ», να μουτζώσει τρεις φορές τον άρρωστο (Καλύβη 1938, σ. 80). Στη βόρεια Εύβοια το πρωτότοκο γαβγίζει τρεις φορές: «Ἀμ σ’τάρ’, ἄμ κ’θάρ’, ἄμ τό πρῶτο παιδί τ’ς μάνας ουμ, γαῦ, γαῦ, γαῦ» (Σέττας 1954, σ. 45). Ιδία ώρα, ίδιος αριθμός, ίδιο παιδί. Και ποια ήξερε ποιο παιδί ήταν το πρώτο της μάνας του; Η γυναίκα που το είχε ξεγεννήσει.
Στο πιο προσωπικό της γήτεμα η Σκατσέραινα βάζει στη θέση της ασθενούς την ίδια την Παναγία. Η Παναγία κάθεται, λούζεται, χτενίζεται, και περνά ο Χριστός: «Τ’ εἶχες κι’ ἀσχήμισες, κι χλούμιανες, κι τ’ς γῆς τ’ν ὄψη νέβανες;» Και εκείνη: «Πέρασαν ἄγγελοι-ἀρχαγγέλοι κι μ’ κόψαν τά ἑβδομήντα-δυό μ’ νεῦρα κι τά νυχοποδαρά μ’» (Σέττας 1954, σ. 42–43). Η Θεοτόκος ματιασμένη, χλωμή, με το χρώμα της γης στο πρόσωπο. Στη θεολογία αυτής της μαμής καμία γυναίκα δεν είναι πάνω από το μάτι. Και στα γητέματά της για τα ζώα κρατάει στο χέρι ένα καλάμι και ένα κόκκινο ζωνάρι, ή ρίχνει καταγής τη ζώνη του άντρα που ξεζώνεται (σ. 37, 43). Τριάντα χρόνια αργότερα η du Boulay θα έχτιζε στους Αμέλαντες μια ολόκληρη θεωρία για το ανδρικό ζωνάρι, το «zindri», ως εικόνα του αίματος και της συγγένειας, και για το κόκκινο ζωνάρι της νύφης ως σημάδι ζωής (du Boulay 2009, σ. 172–174, 203–214). Τα αντικείμενα που ερμήνευσε η ανθρωπολόγος ήταν τα σύνεργα της μαμής.
5. Ο Μαλτέζος και η Σκατσέραινα: δύο τρόποι να φυλάς ένα μυστικό
Η Καλύβη αναφέρει ονομαστικά έναν μόνο θεραπευτή της Κύμης, και είναι άντρας: «ὁ ὀνομαστός Μαλτέζος, ὁ γιατρός τῶν φειδιῶν ὅλης τῆς περιφερείας». Επί μισό αιώνα γιάτρευε τα δαγκώματα με αλοιφές, γιατροσόφια και μαγικά λόγια. Τη συνταγή την κράτησε μυστική και την έφτιαχνε μόνο με τους δύο αδερφούς του. «Τελευταίως δέ πεθαίνοντας καί οἱ τρεῖς, χωρίς ν’ ἀφήσουν ἀπογόνους, γιατί κανείς των δέν παντρεύτηκε ποτέ, λένε πῶς ἄφηκαν τό μυστικό τῆς ἰατρικῆς των σ’ ἕνα γιατρό μακρυνό συγγενῆ τους» (Καλύβη 1938, σ. 78). Το μυστικό της Κύμης τελείωσε σε τρεις τάφους εργένηδων.
Η Σκατσέραινα είχε εννέα παιδιά και δεκαοκτώ εγγόνια, και παρ’ όλα αυτά έδωσε τα έντεκα γητέματά της σε έναν νεαρό δάσκαλο με σημειωματάριο. Αυτό είναι πιο παράξενο απ’ ό,τι φαίνεται. Ο ίδιος ο Σέττας εξηγεί γιατί τα ξόρκια είναι «δυσεύρετα»: χάνουν τη δύναμή τους αν λέγονται όπου τύχει, ένας μόνο πρέπει να τα μάθει και σε έναν μόνο να τα πει, ατονούν «ἅμα λέγωνται ἀπό ἄντρα σέ ἄντρα ἢ ἀπό γυναῖκα σέ γυναῖκα», και ο γνώστης τα φυλάει «σάν ἱερή παρακαταθήκη» ως την ώρα που «τοῦ χτυποῦν τήν πόρτα γιά τό μεγάλο ταξίδι» (Σέττας 1954, σ. 31). Η Σκατσέραινα παραβιάζει τον κανόνα δύο φορές: η δική της αλυσίδα είναι αμιγώς γυναικεία, θεία, μάνα, κόρη, και τα λόγια τα δίνει σε έναν ξένο. Η διολέτα Χασιώτη από το Αχλάδι, αντίθετα, τον τηρεί: τα δικά της τα έμαθε από τον παππού της, που «ἔγραφε τ’ θέρμη» σε ένα κάτασπρο πιάτο, το έπλενε και έδινε το νερό στον άρρωστο να το πιει (σ. 46). Δύο αλυσίδες στα ίδια χωριά: ένας γραμματισμένος παππούς και το πιάτο, μια αγράμματη θεία και το στόμα.
Γιατί λοιπόν ο Σέττας πήρε τα λόγια και η Καλύβη όχι; Η πρώτη απάντηση είναι το φύλο: κατά τον κανόνα του Σέττα, η Καλύβη ήταν ακριβώς το πρόσωπο στο οποίο μια γιάτρισσα δεν έπρεπε να τα πει. Η δεύτερη είναι η απόσταση. Η du Boulay περιέγραψε στους Αμέλαντες μια ολόκληρη ηθική του ξένου: ο κοντινός γείτονας είναι αντίπαλος, ο «ολότελα ξένος» που περνά και φεύγει είναι εκείνος στον οποίο το σπίτι μπορεί να δώσει χωρίς λογαριασμό, και στα παραμύθια του χωριού ο άγνωστος επισκέπτης αποδεικνύεται ο Χριστός (du Boulay 2009, σ. 187–192). Το ίδιο παραμύθι το είχε καταγράψει ο Σέττας τριάντα χρόνια νωρίτερα, κολλημένο σε ένα γήτεμα της Σκατσέραινας για τα ζώα: ο Χριστός φτάνει φτωχός ξένος σε ένα ανδρόγυνο, η γυναίκα αρνείται να τον βάλει στο τραπέζι της, τον στέλνουν να κοιμηθεί στα κλήματα με μια πέτρα προσκέφαλο, τη νύχτα την πιάνει κωλικόπονος, και ο ξένος λέει το ξόρκι, τη γιατρεύει και χάνεται. «Ἀπό τότε ἡ γυναίκα ἐκείνη ἔγινε καλύτερη» (Σέττας 1954, σ. 40–41). Ο ξένος που γιατρεύει εκείνη που τον έδιωξε: είναι η ιστορία της θείας που γύρισε από τα Γιάννενα, ειπωμένη ως παραβολή. Και ίσως είναι και η απάντηση στο ερώτημά μας. Στον Σέττα, τον δάσκαλο που θα έφευγε για άλλο χωριό, μπορούσε κανείς να δώσει όπως δίνει στον ξένο του παραμυθιού. Η Καλύβη στην Κύμη δεν ήταν ξένη. Τα λόγια που λείπουν από το βιβλίο της ίσως λείπουν επειδή ήταν πολύ κοντά.
6. Το χωριό που ξεγέννησε, και το τέλος του επαγγέλματος
Οι Αμέλαντες είχαν 195 κατοίκους το 1928 και 216 το 1940. Ένα χωριό αυτού του μεγέθους, με τις γεννήσεις της εποχής, έκανε πέντε έως επτά παιδιά τον χρόνο. Η Σκατσέραινα μετρούσε 197 σε τριάντα έξι χρόνια, δηλαδή περίπου πέντε και μισή τον χρόνο. Ο αριθμός που είπε στον Σέττα είναι σχεδόν ολόκληρη η γεννητικότητα του χωριού της από το 1900 έως το 1936. Αν ήταν, όπως γράφει ο Σέττας, «ἀπό τίς πιό περίφημες ξορκίστρες στήν Βόρειο Εὔβοια» (σ. 43), θα την καλούσαν και σε άλλα χωριά. Αλλά το συμπέρασμα στέκει: μια ολόκληρη γενιά των Αμελάντων ήρθε στον κόσμο από τα χέρια της.
Αυτή η γενιά είναι οι άνθρωποι της du Boulay. Όταν η ανθρωπολόγος εγκαταστάθηκε στο χωριό το φθινόπωρο του 1966, βρήκε 33 κατοικημένα σπίτια και 144 ανθρώπους, χωρίς δρόμο, χωρίς ρεύμα, χωρίς τρεχούμενο νερό. Τους άκουσε έξι χρόνια και έγραψε τα δύο βιβλία που έκαναν το «Αμπέλι» κλασικό παράδειγμα ελληνικού χωριού στην αγγλόφωνη ανθρωπολογία (du Boulay 1974, 2009). Οι ενήλικοι με τους οποίους μιλούσε είχαν γεννηθεί, σχεδόν όλοι, ανάμεσα στο 1904 και το 1940, στο σπίτι. Μόνο οι νύφες από άλλα χωριά εξαιρούνται. Η ανθρωπολόγος έμενε στο σπίτι μιας χήρας τριάντα δύο ετών, δηλαδή γεννημένης γύρω στο 1934 (du Boulay 1974, κεφ. 1). Αν η γυναίκα αυτή γεννήθηκε στους Αμέλαντες, πράγμα που δεν ξέρουμε, τότε η οικοδέσποινα μέσα από τα μάτια της οποίας η du Boulay είδε το χωριό ήταν ένα από τα 197 παιδιά.
Το χωριό ανάμεσα στις δύο πηγές πέρασε από την κόλαση. Η du Boulay κατέγραψε τον θάνατο ενός παιδιού από πείνα στην Κατοχή, έξι νεκρούς του Εμφυλίου από το χωριό, και την εκκένωση ολόκληρου του πληθυσμού στην Αγία Άννα από τον Νοέμβριο του 1949 έως τον Νοέμβριο του 1950 (du Boulay 1974, κεφ. 10). Στα ίδια χρόνια κάηκαν τα υπόλοιπα είκοσι ένα ξόρκια του Σέττα, και στα ίδια χρόνια, κατά πάσα πιθανότητα, πέθανε η Σκατσέραινα. Το επάγγελμά της την έζησε είκοσι χρόνια. Στο Παράρτημα του δεύτερου βιβλίου της η du Boulay σημειώνει ότι ύστερα από τον θάνατο μιας λεχώνας το 1961 οι γυναίκες των Αμελάντων άρχισαν να γεννούν στην κλινική, και στο πρώτο ότι από το 1964 όλες οι γέννες γίνονταν σε κλινική της Αγίας Άννας ή της Χαλκίδας (du Boulay 2009, Παράρτημα· 1974, κεφ. 10). Οι ιστορίες για τις γριές που κρυφάκουγαν τις Μοίρες ανήκαν το 1966 ήδη στο παρελθόν. Η αλυσίδα που άρχισε με μια σκλάβα στα Γιάννενα τελείωσε με έναν θάνατο στη γέννα. Η du Boulay έφτασε πέντε χρόνια μετά την τελευταία γέννα στο σπίτι και περιέγραψε έναν κόσμο που η μαμή του είχε μόλις αποσυρθεί. Το χωριό είχε 113 κατοίκους το 1971 και 28 το 2001. Τον Αύγουστο του 2021 εκκενώθηκε για τη φωτιά.
7. Γιατί μας αφορά στην Κύμη σήμερα
Η Καλύβη δεν άφησε τις γυναίκες της εντελώς ανώνυμες. Στον πρόλογό της ευχαριστεί «ἰδιαίτερα τή θειά Ζαχαροῦ, πού εἶναι 90 χρονῶν, τή θειά Ρηνιώ, τήν κυρά Φανή, τήν Ἀρετή, τήν Ἀμέρισα, τή θειά Λενοῦ, τήν κυρά Ζαχαροῦ, τό Στοφόρο, τή Λένη, τή Λαλά, τή Λαλοῦ, τό μικρό Κανιάστα, τήν Ἄννα κλπ.» (Καλύβη 1938, σ. 5). Δέκα γυναίκες και τρεις άντρες ή παιδιά, με πρώτη μια ενενηντάχρονη, δηλαδή γεννημένη γύρω στο 1847, συνομήλικη της Δροσούλας. Η Κύμη είχε τη δική της Σκατσέραινα, αλλά δεν ξέρουμε ποια από αυτές ήταν. Ποια ήταν η γιάτρισσα που χάραζε τη συκιά στη χάση του φεγγαριού; Ποια ήταν η μαμή που έκανε τους σταυρούς με μουντζούρα και μάζευε τα νομίσματα από το νερό του λουτρού; Η «θειά Ζαχαρού» και η «θειά Λενού» είναι ονόματα που στην Κύμη κάποιος μπορεί ακόμη να τα αναγνωρίσει.
Η ιστορία της Σκατσέραινας δείχνει τι κερδίζουμε όταν πίσω από μια πρακτική βρίσκεται ένα πρόσωπο. Ένα ξόρκι με όνομα έχει ηλικία, καταγωγή, δασκάλα και μαθήτρια. Ένα ξόρκι χωρίς όνομα είναι ένα έθιμο. Και αν το παράδειγμα των Αμελάντων ισχύει, τότε πίσω από τη μαμή της Κύμης κρύβεται κάτι πιο μεγάλο από ένα έθιμο: μια αλυσίδα γυναικών που δίδασκε η μία την άλλη, ίσως με έναν κρίκο από μακριά, από την «Ήμπερο» του τραγουδιού ή από τη θάλασσα που έφερνε τα καΐκια της Κύμης πίσω από τα νησιά και τη Μικρασία.
Γι’ αυτό το άρθρο τελειώνει με ερωτήσεις προς τους αναγνώστες. Στους Αμέλαντες η τελευταία γέννα στο σπίτι έχει χρονολογία: γύρω στο 1961. Πότε έγινε η τελευταία γέννα στο σπίτι στην Κύμη; Ποιες ήταν οι μαμές της κάθε γειτονιάς και από ποια έμαθαν; Ποια καθόταν την τρίτη νύχτα δίπλα στο λεχούδι; Υπάρχει τετράδιο, φωτογραφία, γήτεμα που είπε μια γιαγιά σε έναν εγγονό λίγο πριν «τῆς χτυπήσουν τήν πόρτα γιά τό μεγάλο ταξίδι»; Οι άνθρωποι που θυμούνται αυτά τα ονόματα ζουν τώρα. Η Καλύβη έγραψε τη δουλειά. Τα ονόματα μπορούμε να τα γράψουμε εμείς.
Πηγές
Πρωτογενείς πηγές
- Σέττας, Δημ. Χρ. (1954). «Ξόρκια από τη Βορειο-Ανατολική Εύβοια». Αρχείον Ευβοϊκών Μελετών Δ΄, σ. 31–57. Το βιογραφικό σημείωμα της Σκατσέραινας στις σ. 43–44· τα γητέματά της είναι τα υπ’ αριθμ. 2, 4, 5, 11, 12, 13, 14, 18, 19, 21, 24.
- Καλύβη, Καλή Μ. (1938). Λαογραφικά Κύμης Ευβοίας. Αθήναι. Πρόλογος σ. 5· «Τῆς Ξανθῆς τό τραγούδι» σ. 7· «Ιατρικαί μαγείαι, γητέματα» σ. 78–81· «Έθιμα και δοξασίαι για το παιδί» σ. 108–111. Ψηφιακή έκδοση: Αρχείο Ομάδας «Κούμη, ιστορίες ανάκατες», επιμ. Β. Στάμου, Αριστείδης και Σ. Λάμπρου.
- du Boulay, Juliet (1974). Portrait of a Greek Mountain Village. Oxford: Clarendon Press. Κεφ. 1 (το χωριό, η οικοδέσποινα), κεφ. 10 (Κατοχή, Εμφύλιος, εκκένωση 1949–1950, κλινική από το 1964).
- du Boulay, Juliet (2009). Cosmos, Life, and Liturgy in a Greek Orthodox Village. Limni: Denise Harvey. Σ. 36–37, 70–72, 92–93 (γέννα στο σπίτι), 85–87 (γητέματα με νερό), 172–177 (νύφη, ζωνάρι), 187–192 (ο ξένος), 203–214 (το zindri), Παράρτημα (έθιμα που είχαν ήδη εκλείψει, θάνατος λεχώνας 1961). Ελληνική έκδοση: Εκεί που σταυρώνει ο χορός, μτφρ. π. Βασίλειος Αργυριάδης και Liadain Sherrard, Αθήνα: Εν πλω, 2024, όπου στον πρόλογο η συγγραφέας δίνει το πραγματικό όνομα του «Αμπελιού»: Αμέλαντες.
Ιστορικό πλαίσιο και τοπική παράδοση
- Η σπηλιά και ο βράχος της Μπολοβίναινας στο φαράγγι του Νηλέα, καλοκαίρι 1823: in.gr, Αγία Άννα Ευβοίας, ο Νηλέας και η Μπολοβίναινα· eviagreece.gr, Φαράγγι Νηλέα· Αγία Άννα Εύβοιας, Βικιπαίδεια.
- Η εκστρατεία του Γιουσούφ πασά Περκόφτσαλη στη βόρεια Εύβοια, Ιούνιος 1823, και η καταστροφή της Λίμνης: pentapostagma.gr· Ιερός Ναός Γεννήσεως Θεοτόκου Λίμνης, Βικιπαίδεια.
- Οι Ελληνίδες αιχμάλωτες της Επανάστασης και η άρνηση επιστροφής: navalhistory.gr, Οι παρεμβάσεις του Κόδρινγκτον 1827–1828.
- Πληθυσμός Αμελάντων ανά απογραφή και διοικητική ιστορία (πρώτη επίσημη αναφορά 1835): Ορεινογραφίες, Στο Ξηρό Όρος· Αμέλαντες Εύβοιας, Βικιπαίδεια.
- Δημήτρης Σέττας (1911–1989), δάσκαλος και λαογράφος, ιδρυτής του Λαογραφικού Μουσείου Αγίας Άννας: voriaevia.gr· Δήμος Μαντουδίου-Λίμνης-Αγίας Άννας.
- Η φωτιά του Αυγούστου 2021 και η εκκένωση των Αμελάντων: newsit.gr, 5.8.2021.
Για τη μελέτη των γητεμάτων
- Passalis, Haralampos (2011). “Secrecy and Ritual Restrictions on Verbal Charms Transmission in Greek Traditional Culture.” Incantatio 1, σ. 7–24.
- Heim, Richard (1892). Incantamenta magica graeca latina. Leipzig: Teubner. Τον λατινικό επωδό που παραθέτει ο Σέττας (σ. 53) τον αποδίδει στον Heim μέσω της Λαογραφίας τόμ. ΣΤ΄· η ακριβής αρχαία πηγή (πιθανότατα ο Marcellus Empiricus, γύρω στο 400 μ.Χ.) μένει να επιβεβαιωθεί.
Νέα γυναίκα στο λιμάνι της Κύμης, με τα καΐκια στο βάθος, την εποχή που η Καλύβη συγκέντρωνε το υλικό της. Πηγή: Αρχείο Ομάδας «Κούμη, ιστορίες ανάκατες», όπως δημοσιεύεται στην ψηφιακή έκδοση των Λαογραφικών Κύμης Ευβοίας (επιμέλεια Βαγγέλης Στάμου, Αριστείδης και Σωτήρης Λάμπρου). Το εικονιζόμενο πρόσωπο δεν ταυτίζεται εδώ· η ταύτιση ανήκει στην Ομάδα που φυλάει τη φωτογραφία.
#duboulay #settas #amelantes #Koumi
…
[Περικομμένο μήνυμα] Προβολή ολόκληρου του μηνύματος

