Η προειδοποίηση για τις ΗΠΑ και το ελληνικό μάθημα: μια οικονομία δεν σώζεται πραγματικά όταν οι πολίτες της ζουν διαρκώς υπό διάσωση.
Όταν ένας οικονομολόγος που αντιτάχθηκε στη λιτότητα αρχίζει να προειδοποιεί για τον κίνδυνο κρίσης αμερικανικού χρέους, το εύκολο είναι να φωνάξεις ότι καταρρέει η Αμερική. Το χρήσιμο είναι να αναρωτηθείς ποιος θα πληρώσει εάν οι πολιτικές ηγεσίες συνεχίσουν να μεταθέτουν τον λογαριασμό. Στην Ελλάδα, δυστυχώς, έχουμε αρκετή εμπειρία για να υποψιαζόμαστε την απάντηση.
Ο Τζάρεντ Μπέρνσταϊν περιγράφει έναν επικίνδυνο συνδυασμό: μεγάλα ελλείμματα, αυξημένο κόστος εξυπηρέτησης και πολιτική απροθυμία αντιμετώπισης του προβλήματος. Ασκεί κριτική στον Ντόναλντ Τραμπ για τις πιέσεις προς την αμερικανική κεντρική τράπεζα και προειδοποιεί ότι η συνέχιση αυτής της πορείας μπορεί να οδηγήσει σε επώδυνη αναμέτρηση με το χρέος μέσα στην επόμενη δεκαετία. Πρόκειται για εκτίμηση κινδύνου, όχι για προαναγγελία βέβαιης χρεοκοπίας.
Το πολιτικό μήνυμα, όμως, είναι σαφές. Καμία επικοινωνιακή επίδειξη ισχύος δεν καταργεί τους τόκους. Κανένα σύνθημα εθνικού μεγαλείου δεν υποχρεώνει τους πιστωτές να δανείζουν επ’ αόριστον με τους όρους που βολεύουν την εκάστοτε κυβέρνηση.
Και όταν η εμπιστοσύνη κλονιστεί, η απόσταση από το «όλα ελέγχονται» μέχρι το «απαιτούνται έκτακτα μέτρα» μπορεί να αποδειχθεί τρομακτικά μικρή.
Η Ελλάδα γνώρισε αυτή τη διαδρομή. Γνώρισε τη μετάφραση των δημοσιονομικών προβλημάτων σε περικοπές εισοδημάτων, ανεργία και ανατροπή οικογενειακών σχεδιασμών. Γνώρισε επίσης μια πολιτική γλώσσα που μετέτρεπε τις κοινωνικές απώλειες σε τεχνικούς όρους. Ο μισθός γινόταν «κόστος», η σύνταξη «δαπάνη» και η υποχώρηση του βιοτικού επιπέδου «προσαρμογή».
Οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ελλάδα έχουν, ασφαλώς, διαφορετικές οικονομίες και διαφορετικές δυνατότητες. Το δολάριο προσφέρει στις ΗΠΑ ισχύ που η Ελλάδα δεν διαθέτει. Από την άλλη, οι μεγάλες διάρκειες και οι ευνοϊκοί όροι των ευρωπαϊκών δανείων προς τη χώρα μας προσφέρουν ουσιαστική προστασία στην εξυπηρέτηση του ελληνικού χρέους. Μια άνοδος των αποδόσεων στις αγορές δεν μεταφέρεται αυτομάτως και ολόκληρη στο σύνολό του.
Αυτή η προστασία έχει αξία. Δεν αποτελεί, όμως, πιστοποιητικό κοινωνικής ευημερίας ούτε άδεια πολιτικού εφησυχασμού.
Εδώ βρίσκεται το μεγάλο ελληνικό ερώτημα: ποιο είναι το νόημα της επιτυχίας, εάν η αποτίμησή της σταματά στους δείκτες;
Η μείωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ είναι σημαντική. Δεν δείχνει από μόνη της πόσα χρήματα περισσεύουν σε μια οικογένεια αφού πληρώσει στέγη, τρόφιμα και ενέργεια. Ούτε αποδεικνύει ότι η παραγωγική βάση της χώρας έγινε ισχυρότερη.
Ένας λόγος μπορεί να υποχωρεί επειδή αυξάνεται ο παρονομαστής του. Ο πληθωρισμός μπορεί να διογκώνει το ονομαστικό ΑΕΠ, ενώ ταυτόχρονα περιορίζει την αγοραστική δύναμη όσων τα εισοδήματα δεν ακολουθούν τις τιμές. Γι’ αυτό απαιτείται ανάλυση των αιτιών κάθε βελτίωσης. Οι πανηγυρισμοί δεν υποκαθιστούν την εξήγηση.
Ο πολίτης δικαιούται να ρωτά τι κέρδισε από τη δική του αντοχή. Καλύτερη περίθαλψη; Αξιοπρεπή δημόσια εκπαίδευση; Υποδομές που λειτουργούν; Προοπτική να μείνουν τα παιδιά του στον τόπο τους; Αυτή είναι η ουσιαστική εξέταση της οικονομικής πολιτικής. Και σε αυτήν δεν αρκεί μια καλή παρουσίαση προς τους επενδυτές.
Το ίδιο ισχύει για τα πλεονάσματα. Η ύπαρξή τους δεν απαλλάσσει καμία κυβέρνηση από την υποχρέωση να εξηγεί πώς δημιουργούνται, ποιοι συνεισφέρουν περισσότερο και πού κατευθύνονται οι διαθέσιμοι πόροι. Η δημοσιονομική ευθύνη περιλαμβάνει και τη δικαιοσύνη στην κατανομή των βαρών. Διαφορετικά, μετατρέπεται σε διαρκή απαίτηση αυτοσυγκράτησης από εκείνους που έχουν τα λιγότερα περιθώρια.
Η προειδοποίηση από τις ΗΠΑ πρέπει επίσης να διαβαστεί χωρίς τη βολική αυταπάτη ότι μια μεγάλη διεθνής αναταραχή θα σταματούσε στα σύνορα. Ακριβότερη χρηματοδότηση και ασθενέστερη διεθνής ζήτηση θα μπορούσαν να πιέσουν επενδύσεις, εξαγωγές και τουρισμό. Το μέγεθος και η κατεύθυνση των επιπτώσεων θα εξαρτιόνταν από την ίδια την κρίση και την αντίδραση των θεσμών. Ακριβώς γι’ αυτό χρειάζεται προετοιμασία.
Προετοιμασία σημαίνει παραγωγή, ανθεκτικές υποδομές, λειτουργικές δημόσιες υπηρεσίες, διαφάνεια στις δαπάνες και οικονομική πολιτική που δίνει στα νοικοκυριά περιθώριο να αντέξουν ένα σοκ. Η κοινωνία δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως ανεξάντλητο αποθεματικό έκτακτης ανάγκης.
Αυτό είναι το μάθημα που οφείλουμε να κρατήσουμε. Το χρέος χρειάζεται σοβαρή διαχείριση. Και οι άνθρωποι χρειάζονται κάτι περισσότερο από τη διαβεβαίωση ότι οι πιστωτές είναι ικανοποιημένοι.
Γιατί, όταν έρθει ο επόμενος λογαριασμός, δεν αρκεί να μας πουν πάλι ότι πρέπει να σωθεί η οικονομία. Οφείλουν να εξηγήσουν γιατί, κάθε φορά που τη σώζουν, ζητούν από τους ίδιους ανθρώπους να θυσιάσουν τη ζωή τους.

