Χαμηλά αποθέματα και αβεβαιότητα στις εισαγωγές περιορίζουν τα περιθώρια ασφαλείας — τι σημαίνει η πίεση στην αγορά για τα ελληνικά νοικοκυριά
Με περιορισμένα αποθέματα φυσικού αερίου και αυξημένο κόστος προμήθειας προετοιμάζεται η Ευρώπη για τον χειμώνα. Οι μέχρι τώρα εκτιμήσεις δεν δείχνουν άμεση απειλή διακοπής του εφοδιασμού. Δείχνουν, όμως, ότι ένας βαρύς χειμώνας ή μια παρατεταμένη διαταραχή στις εισαγωγές θα μπορούσαν να επιβαρύνουν σημαντικά τους λογαριασμούς θέρμανσης και ηλεκτρικού ρεύματος.
Η πληρότητα των ευρωπαϊκών αποθηκών βρίσκεται περίπου στο 70%, με βάση την εικόνα που καταγράφεται τον Σεπτέμβριο. Το ποσοστό αυτό αποτυπώνει το περιορισμένο απόθεμα ασφαλείας, αλλά από μόνο του δεν αρκεί για να προβλέψει ελλείψεις. Η επάρκεια εξαρτάται παράλληλα από τις καθημερινές εισαγωγές μέσω αγωγών, τα φορτία υγροποιημένου φυσικού αερίου, την εγχώρια παραγωγή και την κατανάλωση.
Οι υπόγειες αποθήκες αποκτούν ιδιαίτερη σημασία όταν αυξάνεται απότομα η ζήτηση. Συνήθως καλύπτουν το 25% έως 30% του φυσικού αερίου που καταναλώνεται στην Ευρωπαϊκή Ένωση κατά τη χειμερινή περίοδο. Όσο μικρότερη είναι αυτή η εφεδρεία, τόσο περισσότερο εξαρτάται η αγορά από την απρόσκοπτη άφιξη νέων ποσοτήτων.
Το θερμό και ξηρό καλοκαίρι αύξησε τη χρήση αερίου για ηλεκτροπαραγωγή, περιορίζοντας τις ποσότητες που μπορούσαν να αποθηκευτούν. Παράλληλα, ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή και τα προβλήματα στη διέλευση φορτίων από τα Στενά του Ορμούζ δυσχεραίνουν την τροφοδοσία της διεθνούς αγοράς LNG. Η Ευρώπη καλείται να εξασφαλίσει πρόσθετες ποσότητες ανταγωνιζόμενη αγοραστές στην Ασία.
Η ένταση έχει ήδη αποτυπωθεί στις τιμές. Ο Σεπτέμβριος έφερε τον ευρωπαϊκό δείκτη αναφοράς TTF στην περιοχή των 72–74 ευρώ ανά μεγαβατώρα, με ακόμη υψηλότερες προσωρινές εξάρσεις μέσα στον μήνα. Πρόκειται για επίπεδα υπερδιπλάσια των περίπου 30–31 ευρώ που καταγράφονταν πριν από την κλιμάκωση της σύγκρουσης. Οι διακυμάνσεις παραμένουν έντονες και αυτές οι τιμές δεν αποτελούν πρόβλεψη για ολόκληρο τον χειμώνα.
Η προσπάθεια αναπλήρωσης των αποθεμάτων δημιουργεί ένα δύσκολο δίλημμα: οι χώρες χρειάζονται περισσότερες διαθέσιμες ποσότητες, αλλά οι μαζικές αγορές σε συνθήκες πίεσης μπορούν να αυξήσουν περαιτέρω το κόστος. Το ισχύον ευρωπαϊκό πλαίσιο διατηρεί τον στόχο πλήρωσης στο 90%, με δυνατότητα επίτευξής του μεταξύ 1ης Οκτωβρίου και 1ης Δεκεμβρίου και προβλεπόμενη ευελιξία για δυσμενείς συνθήκες αγοράς ή τεχνικούς περιορισμούς.
Το δυσμενές σενάριο συνδυάζει παρατεταμένο ψύχος, συνεχιζόμενες δυσκολίες στις διεθνείς προμήθειες και περιορισμένη παραγωγή από αιολικά πάρκα. Τότε θα αυξανόταν ταυτόχρονα η ανάγκη για θέρμανση και για ηλεκτροπαραγωγή από φυσικό αέριο. Πρόκειται για ενδεχόμενο που εξετάζεται, όχι για βεβαιότητα ότι η Ευρώπη θα ξεμείνει από καύσιμο.
Για την Ελλάδα χρειάζεται μια ουσιώδης διευκρίνιση. Η χώρα δεν διαθέτει υπόγειες αποθήκες φυσικού αερίου, διαθέτει όμως εγκαταστάσεις αποθήκευσης LNG. Στη Ρεβυθούσα λειτουργούν τρεις δεξαμενές συνολικής χωρητικότητας 225.000 κυβικών μέτρων LNG. Η προσωρινή αποθήκευση φορτίων στους τερματικούς σταθμούς εξυπηρετεί διαφορετικό ρόλο από τις μεγάλες υπόγειες εγκαταστάσεις εποχικών αποθεμάτων.
Οι συνέπειες αφορούν και καταναλωτές που δεν χρησιμοποιούν αέριο για θέρμανση. Καθώς το καύσιμο τροφοδοτεί μονάδες ηλεκτροπαραγωγής, η αύξηση του κόστους του μπορεί να επηρεάσει τη χονδρεμπορική αγορά ρεύματος. Το πόσο και πότε θα φανεί αυτό στους λογαριασμούς εξαρτάται από τα τιμολόγια και τους όρους προμήθειας.
Για τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις, η διασφάλιση επαρκών ποσοτήτων αποτελεί τη μία πλευρά του προβλήματος. Η άλλη είναι η δυνατότητα πληρωμής της ενέργειας που χρειάζονται. Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις καλούνται να αντιμετωπίσουν και τις δύο, με έγκαιρη προετοιμασία και μέτρα που θα περιορίζουν ουσιαστικά την επιβάρυνση των καταναλωτών.

