Η παρέμβαση του Γιώργου Κοκοπίπη αμφισβητεί την καθιερωμένη αφήγηση και επαναφέρει το αίτημα για τεκμηριωμένη έρευνα των υπόγειων στοών.
Πόσα γνωρίζουμε πραγματικά για τις υπόγειες στοές που συνδέονται με το παλαιό νεκροταφείο του Αγίου Ιωάννη στη Χαλκίδα; Το ερώτημα επαναφέρει ο Γιώργος Κοκοπίπης, με ανάρτησή του στην ομάδα «Φωτογραφίες της Παλιάς Χαλκίδας», αμφισβητώντας την ερμηνεία που τις παρουσιάζει ως πρωτοχριστιανικές κατακόμβες και προτείνοντας τη σύνδεσή τους με τη στρατιωτική ιστορία της πόλης.
Η παρέμβασή του αγγίζει ένα ζήτημα ουσιαστικότερο από την ονομασία ενός δρόμου: με ποια στοιχεία περιγράφεται η ιστορία της Χαλκίδας και πόσο καθαρά ξεχωρίζουν, στις επίσημες παρουσιάσεις της, η λαϊκή παράδοση, η ερευνητική υπόθεση και το αποδεδειγμένο γεγονός;
Στην ιστοσελίδα του Δήμου Χαλκιδέων, στο λήμμα για την οδό Κατακόμβης, υπάρχει πράγματι αναφορά σε υπόγειες διαδρομές από το παλαιό νεκροταφείο προς την Αγία Παρασκευή και τον Άγιο Δημήτριο, με αναφερόμενο μήκος 700 μέτρων. Το κείμενο μνημονεύει επίσης τη χρονολογία 1770 και την εκδοχή ταφής Λατίνων ευγενών, ενώ συνδυάζει τις τοπικές αναφορές με γενικές περιγραφές για κατακόμβες και διωκόμενους χριστιανούς.
Στη συγκεκριμένη σελίδα, ωστόσο, δεν παρατίθεται αρχαιολογική έκθεση ή συγκεκριμένη βιβλιογραφική παραπομπή που να τεκμηριώνει τη χρονολόγηση, τη χρήση και τη διαδρομή των στοών. Έτσι, ο αναγνώστης δυσκολεύεται να διακρίνει ποια στοιχεία προέρχονται από καταγεγραμμένη έρευνα και ποια από παλαιότερες αφηγήσεις.
Ο Γιώργος Κοκοπίπης υποστηρίζει ότι οι χώροι αυτοί συνδέονται με υπόγειες στρατιωτικές κατασκευές Βενετών και Οθωμανών. Κατά την ερμηνεία που παρουσιάζει, πρόκειται για στοές υπονόμευσης και ανθυπονόμευσης, οι οποίες εξυπηρετούσαν την επίθεση ή την άμυνα των οχυρώσεων. Συνδέει μάλιστα το δίκτυο με την πολιορκία του Νεγρεπόντε το 1470 και με μεταγενέστερες αμυντικές ανάγκες.
Στο απόσπασμα της μελέτης του περιγράφει θολωτές κατασκευές, διόδους αερισμού και υπόγειες διαδρομές, αποδίδοντάς τους στρατιωτική λειτουργία. Επικαλείται τα Κρατικά Αρχεία της Βενετίας, χαρτογραφικό υλικό του Κορονέλλι, το έργο «Historia Turchesca» και οθωμανικά αρχεία ως βάσεις της προσέγγισής του.
Αυτές οι αναφορές θέτουν μια ερευνητική κατεύθυνση. Στο υλικό που τέθηκε υπόψη μας, όμως, δεν περιλαμβάνονται συγκεκριμένοι αρχειακοί κωδικοί, σελίδες των επικαλούμενων έργων ή αρχαιολογική αποτύπωση που να επιτρέπουν την ανεξάρτητη επιβεβαίωση της ταύτισης. Επομένως, η στρατιωτική ερμηνεία πρέπει να παρουσιάζεται ως θέση του συντάκτη, με τα τεκμήριά της να αναμένουν αναλυτική δημοσιοποίηση και αξιολόγηση.
Το ίδιο ισχύει για τις αναφορές του σε μεταγενέστερες σφραγίσεις εισόδων και καταχώσεις. Πρόκειται για ισχυρισμούς που μπορούν να ελεγχθούν μέσα από υπηρεσιακά έγγραφα, παλαιές αυτοψίες και καταγραφές. Η αναζήτησή τους θα βοηθούσε να αποσαφηνιστεί τόσο η ιστορία των κατασκευών όσο και η σημερινή τους κατάσταση.
Εδώ βρίσκεται και το ουσιαστικό αίτημα προς τον Δήμο και τις αρμόδιες αρχαιολογικές υπηρεσίες: να γίνει γνωστό ποια τεκμηρίωση υπάρχει. Έχουν χαρτογραφηθεί οι στοές; Υπάρχει επιστημονική χρονολόγηση; Έχουν προσδιοριστεί οι διαφορετικές χρήσεις τους; Ποια ευρήματα στηρίζουν κάθε εκδοχή;
Η δημοσιοποίηση των διαθέσιμων στοιχείων θα έδινε περιεχόμενο σε μια συζήτηση που εύκολα εγκλωβίζεται στη γοητεία του μυστηρίου. Θα επέτρεπε επίσης στον Δήμο να επανεξετάσει το ενημερωτικό του κείμενο με επιστημονική συνδρομή και να διατυπώσει με ακρίβεια όσα γνωρίζουμε και όσα παραμένουν ανοιχτά.
Η Χαλκίδα δικαιούται μια τεκμηριωμένη αφήγηση για το παρελθόν της. Οι υπόγειες στοές του Αγίου Ιωάννη αξίζουν συστηματική έρευνα, προστασία και υπεύθυνη ενημέρωση. Το όνομα ενός δρόμου διατηρεί μια μνήμη· η ιστορική ταυτότητα των κατασκευών χρειάζεται αποδείξεις.

