Το νέο ΦΕΚ μιλά για αιγιαλίτιδα ζώνη και ΑΟΖ, αλλά δεν αναφέρει ούτε μία φορά την υφαλοκρηπίδα. Βάζει επίσης την Κρήτη στην ίδια χωροταξική κατηγορία με την ηπειρωτική χώρα. Οι διατυπώσεις δεν καταργούν τα κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδας, είναι όμως αρκετά σοβαρές ώστε να μην αντιμετωπίζονται με κυβερνητική σιωπή.
Υπάρχουν κείμενα στα οποία μια άστοχη λέξη μπορεί να διορθωθεί χωρίς μεγάλη ζημιά. Και υπάρχουν κείμενα στα οποία κάθε λέξη μετρά, επειδή αγγίζει κυριαρχικά δικαιώματα, θαλάσσιες ζώνες και πάγιες εθνικές θέσεις.
Το νέο Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο για τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας ανήκει ξεκάθαρα στη δεύτερη κατηγορία.
Η υπουργική απόφαση των Σταύρου Παπασταύρου και Νίκου Τσάφου, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Δ’ 694/19.08.2026, περιγράφει τον υπεράκτιο θαλάσσιο χώρο ως «αιγιαλίτιδα ζώνη και Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη». Ο ίδιος ο όρος «υφαλοκρηπίδα» δεν εμφανίζεται ούτε μία φορά στις εκατό σελίδες του κειμένου.
Αυτό είναι γεγονός. Και όσο κι αν η κυβέρνηση επιχειρήσει να το υποβαθμίσει ως τεχνική ή νομοτεχνική επιλογή, δεν μπορεί να κάνει ότι δεν βλέπει το εύλογο ερώτημα: γιατί ένα επίσημο κανονιστικό κείμενο, το οποίο ρυθμίζει υπεράκτιες εγκαταστάσεις και συνοδά έργα στον βυθό, αποφεύγει πλήρως έναν θεμελιώδη όρο του Δικαίου της Θάλασσας;
Η απουσία που απαιτεί εξήγηση
Το Δίκαιο της Θάλασσας αναγνωρίζει στην ΑΟΖ κυριαρχικά δικαιώματα για την παραγωγή ενέργειας από το νερό, τα ρεύματα και τον άνεμο. Από αυτή την άποψη, η αναφορά της ΑΟΖ σε ένα χωροταξικό πλαίσιο για υπεράκτια αιολικά δεν είναι παράλογη.
Το ζήτημα, όμως, δεν εξαντλείται εκεί. Οι ανεμογεννήτριες, οι αγκυρώσεις, οι βάσεις και τα υποθαλάσσια καλώδια δεν αιωρούνται στο κενό. Συνδέονται με τον βυθό, ενώ η Σύμβαση του ΟΗΕ περιέχει ειδική πρόβλεψη για εγκαταστάσεις και κατασκευές στην υφαλοκρηπίδα.
Άρα η κυβέρνηση οφείλει να απαντήσει συγκεκριμένα: η παράλειψη ήταν συνειδητή νομική επιλογή; Θεωρεί ότι ο όρος καλύπτεται από άλλες διατάξεις; Πώς αντιμετωπίζονται εγκαταστάσεις θεμελιωμένες ή αγκυρωμένες στον βυθό; Και γιατί δεν επιλέχθηκε μια πλήρης διατύπωση που θα έκλεινε κάθε παράθυρο παρερμηνείας;
Στα εθνικά θέματα δεν αρκεί το «εννοείται». Ό,τι εννοείται σήμερα μπορεί αύριο να ερμηνευθεί διαφορετικά από εκείνον που αμφισβητεί συστηματικά τα ελληνικά δικαιώματα.
Η Κρήτη δεν έγινε ήπειρος – αλλά ποιος επέλεξε αυτή τη διατύπωση;
Το δεύτερο σημείο που προκαλεί αντιδράσεις είναι η κατάταξη της Κρήτης και της Εύβοιας στην κατηγορία της «ηπειρωτικής χώρας» για τη χωροθέτηση αιολικών εγκαταστάσεων.
Ας είμαστε ακριβείς: αυτή η τεχνική ταξινόμηση δεν μετατρέπει νομικά την Κρήτη σε ηπειρωτικό έδαφος. Δεν καταργεί τη νησιωτική της ιδιότητα και δεν αφαιρεί αυτομάτως την επήρειά της σε ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδα. Το άρθρο 121 της Σύμβασης για το Δίκαιο της Θάλασσας δεν ανατρέπεται από ένα ελληνικό χωροταξικό ΦΕΚ.
Αυτό, όμως, δεν αθωώνει τους συντάκτες της απόφασης από την πολιτική και θεσμική αφέλεια της διατύπωσης.
Όταν η Τουρκία αμφισβητεί ανοιχτά την πλήρη επήρεια των ελληνικών νησιών, όταν επιχειρεί να επιβάλει τη «Γαλάζια Πατρίδα» και όταν προσπαθεί να αποκόψει την Κρήτη από τον θαλάσσιο χώρο της Ανατολικής Μεσογείου, η ελληνική διοίκηση δεν έχει την πολυτέλεια να χρησιμοποιεί όρους που χρειάζονται υποσημειώσεις για να εξηγηθούν.
Μπορεί η κατάταξη να έγινε αποκλειστικά για λόγους αιολικού δυναμικού, μεγέθους και ηλεκτρικής διασύνδεσης. Τότε αυτό έπρεπε να δηλώνεται ρητά και αδιαμφισβήτητα μέσα στο κείμενο. Η εθνική ακρίβεια δεν είναι υπερβολή. Είναι στοιχειώδης πρόνοια.
Οι μικρές νησίδες δεν χάνουν την ΑΟΖ τους με ένα χωροταξικό
Το νέο πλαίσιο αποκλείει, με ορισμένες εξαιρέσεις κοινωφελούς χαρακτήρα και ασφάλειας του συστήματος, τη χωροθέτηση αιολικών εγκαταστάσεων σε νησιά έκτασης μικρότερης των 300 τετραγωνικών χιλιομέτρων. Παράλληλα, δεν χρησιμοποιεί τη διακριτή διατύπωση «θαλάσσιος χώρος και ακατοίκητες νησίδες» του πλαισίου του 2008.
Και εδώ απαιτείται καθαρή γλώσσα. Η απαγόρευση μιας οικονομικής δραστηριότητας δεν καταργεί την κυριαρχία επί ενός νησιού και δεν ακυρώνει από μόνη της τις θαλάσσιες ζώνες που αυτό δικαιούται βάσει του Διεθνούς Δικαίου. Ούτε η απουσία των λέξεων «ακατοίκητες νησίδες» εξαφανίζει γεωγραφικά ή νομικά τις νησίδες του Αιγαίου.
Επομένως, ο ισχυρισμός ότι το νέο Χωροταξικό «χαρίζει» αυτομάτως την ΑΟΖ χιλιάδων νησίδων δεν μπορεί να παρουσιαστεί ως αποδεδειγμένο νομικό αποτέλεσμα.
Υπάρχει, όμως, ένα σοβαρό πολιτικό ερώτημα: γιατί η κυβέρνηση εγκαταλείπει μια σαφή ορολογία του προηγούμενου πλαισίου και επιλέγει έναν γενικό αριθμητικό κόφτη, χωρίς να εξηγεί αναλυτικά πώς αυτός συνδέεται με τη νησιωτικότητα, την οικονομική ζωή και τη διαρκή παρουσία της χώρας στον χώρο;
Η κυριαρχία δεν εξαρτάται από το αν θα τοποθετηθεί μια ανεμογεννήτρια. Η άσκηση δραστηριότητας, όμως, αποτελεί έμπρακτη παρουσία. Και κάθε οριζόντιος αποκλεισμός σε μια τόσο ευαίσθητη περιοχή χρειάζεται πολιτική αιτιολόγηση, όχι ένα δελτίο Τύπου περί «ανάπτυξης με κανόνες».
Τα εθνικά δικαιώματα δεν χωρούν σε επικοινωνιακές περιλήψεις
Η κυβέρνηση διαβεβαιώνει ότι δεν κάνει καμία έκπτωση στα κυριαρχικά δικαιώματα και ότι κινείται πάντοτε σύμφωνα με το Διεθνές Δίκαιο. Ωραία. Τότε δεν έχει τίποτε να φοβηθεί από μια επίσημη, αναλυτική και δεσμευτική διευκρίνιση.
Να εξηγήσει γιατί δεν αναφέρεται η υφαλοκρηπίδα. Να αποσαφηνίσει ότι η χωροταξική κατάταξη της Κρήτης δεν έχει καμία απολύτως συνέπεια στη νομική θέση της χώρας για τις θαλάσσιες ζώνες. Να διευκρινίσει τη σχέση του περιορισμού των μικρών νησιών με τον υπεράκτιο χώρο και να δηλώσει καθαρά ότι καμία εσωτερική κανονιστική ρύθμιση δεν περιορίζει τα δικαιώματα που απορρέουν από το Δίκαιο της Θάλασσας.
Όχι με διαρροές. Όχι με γενικόλογες τηλεοπτικές δηλώσεις. Με επίσημο κείμενο.
Διότι η πραγματική πατριωτική πολιτική δεν είναι οι υψηλοί τόνοι απέναντι στην Άγκυρα. Είναι η απόλυτη ακρίβεια στα ελληνικά έγγραφα, η συνέπεια στις εθνικές θέσεις και η πρόνοια να μη χαρίζεται ούτε μία αμφίσημη φράση σε εκείνους που περιμένουν να την αξιοποιήσουν.
Και σε αυτό το πεδίο, οι κύριοι Παπασταύρου και Τσάφος χρωστούν απαντήσεις.

