Υπάρχει ένας νεοπλουτισμός που αναγνωρίζεται πριν ακόμη μιλήσει: από την αγωνία να επιδειχθεί, να φωτογραφηθεί, να πιστοποιήσει ότι ανήκει στους «εκλεκτούς». Το ακριβό ντύσιμο γίνεται διαπιστευτήριο, η γνωριμία με έναν πολιτικό παράσημο και η δημόσια προβολή απόδειξη αξίας. Κάπως έτσι, η κοινωνική καταξίωση καταλήγει να μετριέται με το κόστος της εμφάνισης και την πρόσβαση στη σωστή παρέα.
Το χρήμα μπορεί να αγοράσει υπηρεσίες, ανέσεις και δημοσιότητα. Η καλλιέργεια, όμως, απαιτεί κόπο. Το ήθος δοκιμάζεται στις πράξεις. Και η κοινωνική ευθύνη αρχίζει εκεί όπου ο άνθρωπος παύει να θεωρεί τον εαυτό του κέντρο του κόσμου.
Στη νοοτροπία της βιτρίνας όλα αυτά μοιάζουν περιττά. Προέχει η εντύπωση. Να φαίνεσαι επιτυχημένος, περιζήτητος, αγέραστος. Να διαθέτεις την κατάλληλη φωτογραφία από το κατάλληλο τραπέζι. Το τι παράγεις, πώς συμπεριφέρεσαι και ποιο αποτύπωμα αφήνεις μπορούν, προφανώς, να περιμένουν.
Αυτή η λογική γίνεται ιδιαίτερα αποκρουστική όταν περνά στη δημόσια ζωή. Όταν η πολιτική αναζητεί χειροκροτητές και η δημοσιογραφία αναλαμβάνει ρόλο οικοδεσπότη δημοσίων σχέσεων, ο πολίτης χάνει δύο αναγκαία στηρίγματα: την εκπροσώπηση και τον έλεγχο. Οι ευχάριστες συναναστροφές δεν υποκαθιστούν τις δύσκολες ερωτήσεις. Ούτε μια λαμπερή εκδήλωση αποτελεί πιστοποιητικό προσφοράς.
Στην ίδια σκηνή ευδοκιμεί και η εμπορία της ανασφάλειας. Κάθε ρυτίδα παρουσιάζεται ως ήττα, κάθε ατέλεια ως εκκρεμότητα, κάθε σημάδι ηλικίας ως επείγον πρόβλημα προς διόρθωση. Το σώμα μετατρέπεται σε έργο που δεν πρέπει ποτέ να ολοκληρωθεί, γιατί πάντα χρειάζεται να πουληθεί η επόμενη «βελτίωση».
Ο καθένας έχει δικαίωμα να φροντίζει την εμφάνισή του και να επιλέγει τι θα κάνει με το σώμα του. Η κριτική αφορά την πίεση να αποδεικνύει διαρκώς την αξία του μέσα από αυτό. Αφορά την ιδέα ότι μπορείς να αγοράσεις αποδοχή, αυτοπεποίθηση και τελικά ολόκληρη ταυτότητα από έναν κατάλογο υπηρεσιών.
Και φτάνουμε στο ερώτημα της λεγόμενης αστικής τάξης. Ποιο παράδειγμα δικαιούται να δίνει μια οικονομική ελίτ όταν εξαντλεί τη δημόσια παρουσία της στην κατανάλωση και την αυτοπροβολή; Η ηγετική θέση σε μια κοινωνία συνεπάγεται υποχρεώσεις: σεβασμό στους εργαζομένους, στήριξη της παιδείας, συνέπεια απέναντι στους θεσμούς, έμπρακτη συμβολή στον κοινό χώρο. Η περιουσία από μόνη της δεν απονέμει ηθικό κύρος.
Ασφαλώς υπάρχουν άνθρωποι με οικονομική επιφάνεια που προσφέρουν αθόρυβα. Όπως υπάρχουν άνθρωποι με ελάχιστα μέσα που διδάσκουν καθημερινά αξιοπρέπεια. Γι’ αυτό και η πραγματική διαχωριστική γραμμή βρίσκεται στη στάση ζωής: στο τι θεωρεί κανείς επιτυχία και στο τι είναι διατεθειμένος να κάνει για τους άλλους.
Μια κοινωνία που αποθεώνει τη βιτρίνα κινδυνεύει να ξεχάσει τι αξίζει να τοποθετήσει πίσω της. Και τότε το πιο ακριβό της απόκτημα γίνεται η πιο φτηνή της παρηγοριά: μια άψογη εικόνα, για μια ζωή που πέρασε αναζητώντας θεατές.

